 |
| Υπακοή και Αυτονομία |
Χριστόφορος Παπαδόπουλος, Θεολόγος
Ένα άλλο γνώρισμα των αγίων είναι η
υπακοή, η οποία είναι προϋπόθεση και αποτέλεσμα της άσκησης. Είναι και
προϋπόθεση για την αρετή, αλλά είναι και η ίδια αρετή. Έγκειται στην εκούσια
προσφορά του προσωπικού θελήματος στον Θεό. Αυτός που ασκεί την υπακοή επιθυμεί
να μη γίνεται το δικό του θέλημα, αλλά του Θεού, το οποίο εκφράζεται πολλές
φορές από την Εκκλησία, τον επίσκοπο, τον πνευματικό ή στα πλαίσια του
Μοναστηριού, απ’ τον Ηγούμενο.
Η σύγχρονη κοινωνία προβάλλει το πνεύμα της
αυτονομίας (όπως έχει κατανοήσει την αυτονομία τέλος πάντων), ιδεώδες της
οποίας είναι ο άνθρωπος που «δεν υπακούει σε κανέναν και προσπαθεί να
καταξιωθεί εκπληρώνοντας το θέλημά του ή και επιβάλλοντας αυτό στους άλλους»
[341]. Ο σύγχρονος άνθρωπος θεωρεί ότι μπορεί να κρίνει ο ίδιος τί είναι ηθικό
για τον εαυτό του και τί όχι. Αυτή είναι η ηθική αυτονομία στην αυθαίρετη μορφή
της, όπως λανθασμένα προσλήφθηκε [342]. Αυτή η στάση όμως διασπά την ενότητα
της ανθρώπινης φύσης και αποτέλεσε την αιτία της πτώσεως των πρωτοπλάστων. Η
υπακοή των αγίων στον Θεό δεν είναι απλά και μόνο υπακοή σ’ έναν ουράνιο
νομοθέτη, αλλά είναι στην ουσία της υπακοή στον νόμο της φύσεως. Η παρακοή έχει
τη ρίζα της στην εγωϊστική έπαρση και αλλοτριώνει τον άνθρωπο απ’ τον Θεό,
κάνοντάς τον εγωκεντρικό και ιδιοτελή. Το πνεύμα της παρακοής περιορίζει τον
άνθρωπο στον εαυτό του, καθιστώντάς τον υποδουλωμένο στην αμαρτία και έτσι τον
καταστρέφει. Οι άγιοι αναγνωρίζουν την διαστροφή που υπέστη η ανθρώπινη θέληση
με την πτώση, κι ως εκ τούτου παραδίδουν τον εαυτό τους στον Θεό, με σκοπό την
θεραπεία της. Η υπακοή συνδέεται με την πίστη, έχοντας η τελευταία την έννοια
της εμπιστοσύνης. Ο άγιος εμπιστεύεται δηλαδή τον εαυτό του στον Θεό,
επιθυμώντας να γίνει το θέλημά Του, παρά το δικό του. Η υπακοή είναι απαραίτητο
στοιχείο για την πρόοδο του ανθρώπου στην αυτονομία. Ο άγιος ακολουθεί την
αντίστροφη πορεία απ’ αυτήν των πρωτοπλάστων. Αντί της ανυπακοής, που
υποδούλωσε τον άνθρωπο στα πάθη και στον θάνατο, προτιμάει την υπακοή, η οποία
τον τελειοποιεί στις αρετές και του εξασφαλίζει την ζωή. Η υπακοή προϋποθέτει
αλλά και οδηγεί στην ταπείνωση. Χωρίς αυτήν, η υπακοή, μπορεί να έχει τραγικά
αποτελέσματα. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης λέει ότι, η άσκηση αν δεν συνδέεται
με την ταπεινή υπακοή μπορεί να οδηγήσει στην υπερηφάνεια [343]. Μόνο εν υπακοή
διαφυλάττεται ο άνθρωπος από την υπερηφάνεια. Δηλαδή, χωρίς την υπακοή, η
άσκηση, μπορεί να οδηγήσει στην ετερονομία στα πάθη, παρά στην αυτονομία που
είναι ο αρχικός της σκοπός.
Η υπακοή είναι το μέσο που βοηθάει σημαντικά την
μετάβαση απ’ το ηθικό επίπεδο στο οντολογικό, απ’ την ετερονομία στην
αυτονομία. Όσο ο άνθρωπος την ασκεί, τόσο περισσότερο μαθαίνει να αγαπάει
ανιδιοτελώς. Βγαίνει σιγα-σιγά απ’ το ατομικό του θέλημα και εισέρχεται στο
ενιαίο ανθρώπινο φυσικό θέλημα, επαληθεύοντας έτσι το είναι του. Πληρότητα
μπορεί να υπάρξει μόνο εν υπακοή. Κινούμενος στο ψυχολογικό ή ηθικό επίπεδο, ο
άνθρωπος, αδυνατεί να θέλει το όντως συμφέρον για τη φύση του. Με την υπακοή
στο θέλημα του Θεού, διαπιστώνει βιωματικά και εμπειρικά ότι το θέλημα του Θεού
είναι αυτό που τελικά ήθελε εκ βάθους του είναι του. Έτσι, μεταμορφώνεται και
εισάγεται στο οντολογικό επίπεδο, που καταλήγει σ’ όλ’ αυτά που είπαμε, στην
πίστη, στην ελπίδα, στην ταπείνωση και στην αγάπη και γενικά σε όλες τις
αρετές.
Τώρα, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο γίνεται
αυτή η μετάβαση από το ηθικό στο οντολογικό επίπεδο, μάς τον διδάσκει ο άγιος
Ιωάννης της Κλίμακος. Λέει λοιπόν: «Η αρχή της νεκρώσεως κάποιου