Αρχική σελίδα Ηθικά προβλήματα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατερική θεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατερική θεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Δεκεμβρίου 2021

Ο Χριστός και η κόλασή μας – video


Ο Χριστός, ο μόνος διαχρονικός μας φίλος. Μια θεολογική προσέγγιση του πνευματικού νοήματος της κατάστασης που λέγεται "κόλαση" από τον Θεολόγο Παναγιώτη Ασημακόπουλο.

Ο Χριστός και η κόλασή μας – video
Ο Χριστός και η κόλασή μας

28 Ιανουαρίου 2021

Το κοινωνικό έργο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και η σύγχρονη κοινωνική – φιλανθρωπική δράση της Εκκλησίας


Το κοινωνικό έργο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
και η σύγχρονη κοινωνική – φιλανθρωπική δράση της Εκκλησίας
Το κοινωνικό έργο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και η σύγχρονη κοινωνική – φιλανθρωπική δράση της Εκκλησίας 

Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή Δρ. Θ.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας, όντας λαμπρό υπόδειγμα πλήρους και ολοκληρωτικής αφιερώσεως στην ποιμαντική διακονία του λαού του Θεού. Ιεράρχης με ασυνήθιστες πνευματικές ικανότητες, με ακατάβλητο ψυχικό σθένος και με πλούσια και εμφανή τα χαρίσματα της Θείας Πρόνοιας ήταν επόμενο να διακριθεί ως εξέχουσα προσωπικότητα στη χορεία των μεγάλων Πατέρων που κοσμούν το στερέωμα της Εκκλησίας [1]...

Γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 344 μ.Χ. Ο πατέρας του, Σεκούνδος, δημόσιος λειτουργός υψηλού βαθμού στην αυτοκρατορική υπηρεσία, άφησε χήρα την εικοσαετή σύζυγό του, Ανθούσα, λίγο μετά τη γέννηση του γιου τους. Η ευσεβής Ανθούσα, ελληνικής καταγωγής, αποφάσισε να αφοσιωθεί στην εκπαίδευση του γιου της. Ο Ιωάννης σπούδασε φιλοσοφία και ρητορική. Μαθήτευσε δίπλα στον περίφημο ρήτορα Λιβάνιο και ο ίδιος άσκησε την τέχνη της ρητορικής στα δικαστήρια μέχρι τον θάνατο της μητέρας του οπότε και αναχώρησε για την έρημο ως μοναχός. Το 381 χειροτονήθηκε διάκονος και το 386 πρεσβύτερος. 

Το μεγάλο χάρισμα του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου και το κύριο γνώρισμά του ήταν η ευγλωττία του. Έγινε γνωστός σε όλους για τη ρητορική του δεινότητα. Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Αντιόχειας και διαδόθηκε παντού. Το 397 η αυτοκρατορική αυλή τον επέλεξε ως αρχιεπίσκοπο της Κωνσταντινούπολης και χειροτονήθηκε το 398. Κατά τη διάρκεια των έξι ετών της ποιμαντορικής του διακονίας εργάστηκε με όλες του τις δυνάμεις, διδάσκοντας το λαό και ποιμαίνοντας την Εκκλησία. Αλλά ο άγιος Ιωάννης δεν ήταν από τους ανθρώπους που συμβιβάζονται με το κακό, κι είχε να παλέψει τότε με πολλά κακά, εκκλησιαστικά και πολιτικά [2]. Στο πλαίσιο αυτό της υψηλής διακονίας και ευθύνης του και προκειμένου να ανταποκριθεί στην ιερατική αποστολή του δεν εδίστασε να έλθει σε σύγκρουση με το κατεστημένο της εποχής του, κάτι όμως που στοίχισε όχι μόνο την απομάκρυνσή του από τον αρχιερατικό θρόνο, αλλά και την εξορία. Οι δραστηριότητες του αρχιεπισκόπου ενόχλησαν μια μερίδα του κλήρου, που είχε ελεγχθεί για εκκλησιαστικές αυθαιρεσίες, καθώς και την φιλόδοξη αυτοκράτειρα Ευδοξία. Η Ευδοξία ενοχλήθηκε από τη θαρραλέα κριτική των αυθαιρεσιών της από τον αρχιεπίσκοπο και οργισμένη με τα λόγια του Χρυσοστόμου ζήτησε από τον σύζυγό της Αρκάδιο να λάβει μέτρα εναντίον του [3]. Θλιβερά γεγονότα οδήγησαν στην καθαίρεσή του από το αρχιεπισκοπικό αξίωμα το 404 στη σύνοδο της Δρυός κι εξορίστηκε [4]. Εκοιμήθη στα Κόμανα του Πόντου κατά τη διάρκεια της δεύτερης εξορίας του, στις 14 Σεπτεμβρίου 407. Επειδή όμως η ημερομηνία αυτή συμπίπτει με τη μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, η μνήμη του μετατίθεται στις 13 Νοεμβρίου [5]. 

Ο άγιος Ιωάννης, λίγα χρόνια μετά το θάνατό του, ονομάσθηκε Χρυσόστομος εξαιτίας της μεγάλης

2 Ιανουαρίου 2021

«Η χριστιανική αγάπη» - Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου


«Η χριστιανική αγάπη»   Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
«Η χριστιανική αγάπη»  
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Κύριος εἶπε: «Ὅπου εἶναι συναγμένοι δύο ἤ τρεῖς στό ὄνομά μου, ἐκεῖ εἶμαι κι ἐγώ ἀνάμεσά τους» (Ματθ. 18, 20). Ὥστε, λοιπόν, δέν βρίσκονται δύο-τρεῖς ἑνωμένοι στό ὄνομά Του; Βρίσκονται, ἀλλά σπάνια. Ἄλλωστε δέν μιλάει γιά μιάν ἁπλή τοπική σύναξη καί ἕνωση ἀνθρώπων. Δέν ζητάει μόνο αὐτό. Θέλει, μαζί μέ τήν ἕνωση, νά ὑπάρχουν στούς συναγμένους καί οἱ ἄλλες ἀρετές. Μ’ αὐτά τά λόγια, δηλαδή, θέλει νά πεῖ: «Ἄν κάποιος θά ἔχει Ἐμένα σάν βάση καί προϋπόθεση τῆς ἀγάπης του στόν πλησίον, καί μαζί μ’ αὐτήν τήν ἀγάπη ἔχει καί τίς ἄλλες ἀρετές, τότε θά εἶμαι μαζί του». Τώρα, ὅμως οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔχουν ἄλλα κίνητρα. Δέν βασίζουν στόν Χριστό τήν ἀγάπη τους. Ὁ ἕνας ἀγαπάει κάποιον, γιατί κι ἐκεῖνος τοῦ δείχνει ἀγάπη· ὁ ἄλλος ἀγαπάει ἐκεῖνον πού τόν τίμησε· καί ὁ ἄλλος ἀγαπάει ἐκεῖνον πού τοῦ φάνηκε χρήσιμος σέ μιάν ὑπόθεσή του. Εἶναι δύσκολο νά βρεῖς κάποιον πού ν’ ἀγαπάει τόν πλησίον μόνο γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ, γιατί σύνδεσμος τῶν ἀνθρώπων εἶναι συνήθως τά ὑλικά συμφέροντα. Μιά ἀγάπη, ὅμως, μέ τέτοια ἐλατήρια, εἶναι χλιαρή καί πρόσκαιρη. Μέ τό παραμικρό πρόβλημα -ὑβριστικό λόγο, χρηματική ζημιά, ζήλεια, φιλοδοξία ἤ κάτι ἄλλο παρόμοιο- ἡ ἀγάπη αὐτή, πού δέν ἔχει θεμέλιο πνευματικό, διαλύεται. Ἀπεναντίας, ἡ ἀγάπη πού ἔχει αἰτία καί θεμέλιο τόν Χριστό, εἶναι σταθερή καί ἀκατάλυτη. Τίποτα δέν μπορεῖ νά τήν διαλύσει, οὔτε συκοφαντίες, οὔτε κίνδυνοι, οὔτε καί ἀπειλή θανάτου ἀκόμα. Ἐκεῖνος πού ἔχει τήν χριστιανική ἀγάπη, ὅσα δυσάρεστα κι ἄν πάθει ἀπό ἕναν ἄνθρωπο, δέν παύει νά τόν ἀγαπάει· γιατί δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τά ὅποια παθήματά του, ἀλλά ἐμπνέεται ἀπό τήν Ἀγάπη, τόν Χριστό. Γι’ αὐτό καί ἡ χριστιανική ἀγάπη, ὅπως ἔλεγε ὁ Παῦλος, ποτέ δέν ξεπέφτει.
Καί τί μπορεῖς, ἀλήθεια, νά ἐπικαλεστεῖς ὡς αἰτία, γιά νά πάψεις ν’ ἀγαπᾶς τόν συνάνθρωπό σου; Τό ὅτι, ἐνῶ ἐσύ τόν τιμοῦσες, αὐτός σ’ ἔβρισε; Ἤ τό ὅτι, ἐνῶ ἐσύ τόν εὐεργέτησες, αὐτός θέλησε νά σέ βλάψει; Μά ἄν τόν ἀγαπᾶς γιά τόν Χριστό, αὐτές οἱ αἰτίες θά σέ κάνουν ὄχι νά τόν μισήσεις, ἀλλά νά τόν ἀγαπήσεις περισσότερο. Γιατί ὅλα ὅσα καταργοῦν τήν συνηθισμέμη συμφεροντολογική ἀγάπη, δυναμώνουν τήν χριστιανική ἀγάπη. Πῶς; Πρῶτον, ἐπειδή ὅποιος σοῦ φέρεται ἐχθρικά, σοῦ ἐξασφαλίζει ἀμοιβή ἀπό τόν Θεό· καί δεύτερον, ἐπειδή αὐτός, ὡς πνευματικά ἄρρωστος, χρειάζεται τήν συμπάθεια καί τήν συμπαράστασή σου.Ἔτσι, λοιπόν, ὅποιος ἔχει ἀληθινή ἀγάπη, ἐξακολουθεῖ ν’ ἀγαπάει τόν πλησίον, εἴτε αὐτός τόν μισεῖ, εἴτε τόν βρίζει, εἴτε τόν ἀπειλεῖ, μέ τήν ἱκανοποίηση ὅτι ἀγαπάει γιά τόν Χριστό, ἀλλά καί μιμεῖται τόν Χριστό, πού τέτοιαν ἀγάπη ἔδειξε στούς ἐχθρούς Του. Ὄχι μόνο θυσιάστηκε γιά κείνους πού Τόν μίσησαν καί Τόν σταύρωσαν, μά καί παρακαλοῦσε τόν Πατέρα Του νά τούς συγχωρέσει: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους, δέν ξέρουν τί κάνουν» (Λουκ. 23,34). Ἡ ἀγάπη, ἐπίσης, δέν ξέρει τί θά πεῖ συμφέρον. Γι’ αὐτό ὁ Παῦλος μᾶς συμβουλεύει: «Κανείς νά μήν ἐπιδιώκει ὅ,τι βολεύει τόν ἴδιο, ἀλλά ὅ,τι βοηθάει τόν ἄλλον» (Α΄ Κορ. 10, 24). Μά οὔτε καί ἡ ζήλεια γνωρίζει ἀγάπη, γιατί ὅποιος ἀγαπάει ἀληθινά, θεωρεῖ τά καλά τοῦ πλησίον σάν δικά του. Ἔτσι ἡ ἀγάπη σιγά-σιγά μεταβάλλει τόν ἄνθρωπο σέ ἄγγελο. Ἀφοῦ τόν ἀπαλλάξει ἀπό τόν θυμό, τόν φθόνο καί κάθε ἄλλο τυραννικό πάθος, τόν βγάζει ἀπό τήν ἀνθρώπινη φυσική κατάσταση καί τόν εἰσάγει στήν κατάσταση τῆς ἀγγελικῆς ἀπάθειας.

Πῶς γεννιέται, ὅμως μέσα στή ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἀγάπη;

Ἡ ἀγάπη εἶναι καρπός τῆς ἀρετῆς. Ἀλλά καί ἡ ἀγάπη, μέ τήν σειρά της, γεννάει τήν ἀρετή. Καί νά πῶς

11 Οκτωβρίου 2020

Τα παιδιά μέσα στη χριστιανική οικογένεια


Τα παιδιά μέσα στη χριστιανική οικογένεια
Τα παιδιά μέσα στον Χριστιανισμό
Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης (†)

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ως πρότυπο της συζυγικής αγάπης, αναφέρει τη σχέση του Χριστού προς την Εκκλησία. Σκοπό του γάμου αναφέρει τη θέωση των συζύγων. Την παιδοποιΐα συνδυάζει με την καλλιτεκνία. Τον γάμο θεωρεί λιμάνι, σχολείο, στίβο, παλαίστρα και μεγάλο μυστήριο. Εγκωμιάζει την τεκνογονία και δίνει μεγάλη σημασία στην καλή ανατροφή των παιδιών.
Στο πνεύμα του θείου και ιερού Χρυσοστόμου μιλούν και σύγχρονοι Αγιορείτες Γέροντες: Παΐσιος Αγιορείτης, Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης ως και Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης.
Ο Γέροντας Παΐσιος μίλησε, έγραψε και προσευχήθηκε για τη σύγχρονη ελληνική οικογένεια και βοήθησε έτσι πολύ στη λύση διαφόρων προβλημάτων. Ο αγιασμός, συχνά λέει, είναι ο κύριος σκοπός όλης της οικογένειας. Οι γονείς πολύ βοηθούν τα παιδιά τους με το παράδειγμά τους. Η σιωπηλή παραίνεση των γονέων και ιδιαίτερα της αγαθής μητέρας έχει μεγάλη απήχηση στις ψυχές των παιδιών. Οι διαφορές των συζύγων είναι προς αλληλοσυμπλήρωση και αλληλοβοήθεια και όχι για συνεχείς διαπληκτισμούς, που πολύ κουράζουν τα παιδιά. Με τη φιλάρετη ζωή έρχεται η αλληλοκατανόηση και ο αλληλοσεβασμός, που επηρεάζει τα παιδιά και τα μαθαίνει να αγωνίζονται, να ταπεινώνονται, να θυσιάζονται, να αγαπούν. Την Εκκλησία θα πρέπει να ακολουθούν αβίαστα, με το άγιο φιλότιμο, με πόθο και λαχτάρα. Η ευλάβεια, η ευσέβεια και μεγαλοκαρδία των γονέων αποτυπώνονται στις καρδιές των παιδιών. Όλα αυτά είναι πολύτιμη περιουσία, που αξίζει να τους κληρονομήσουν. Η καλή ατμόσφαιρα στο σπίτι κάνει τα παιδιά να μείνουν σε αυτό. Δεν θα συγκρατηθούν τα παιδιά με την αυστηρή πειθαρχία αλλά με την καλωσύνη, την υπομονή και τη θυσιαστικότητα.
Συνεχίζοντας ο Γέροντας Πορφύριος έλεγε πως, αν οι γονείς είναι μπερδεμένοι, θα είναι μπερδεμένα και τα παιδιά. Η αγωγή, έλεγε, αρχίζει από την περίοδο της κυήσεως. Ο αυταρχισμός στην οικογένεια δημιουργεί υποκρισίες, τιμωρίες και ενοχές. Τα παιδιά θέλουν πιο πολύ τους γονείς κοντά τους, να μιλούν και να παίζουν μαζί τους, παρά τα όποια πλούσια δώρα τους. Τα παιδιά δεν μας ανήκουν εξουσιαστικά, αλλά είναι του Θεού. Δεν τους επιβαλλόμαστε δυναστικά, αλλά τα εμπνέουμε να βρούνε την κλήση τους. Δεν βοηθούν τόσο οι συνεχείς απειλές και αυστηρές απαγορεύσεις όσο το βιωμένο παράδειγμα. Μία παιδαγωγική σιωπής, προσευχής, υπομονής, ανοχής θα μπορούσε να φέρει πολύ καλύτερα αποτελέσματα.
Ο Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης μιλούσε συχνά στους γονείς για τη μεγάλη κατανόηση που έπρεπε να έχουν όχι μόνο στις σωματικές αλλά και στις ψυχολογικές ανάγκες των παιδιών. Ιδιαίτερα η

31 Μαΐου 2020

Η Παλαιά Διαθήκη στη ζωή της Εκκλησίας


Η Παλαιά Διαθήκη στη ζωή της Εκκλησίας
Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου  

Θεωρώ σημαντική την σημερινή εκδήλωση γιατί θα παρουσιασθεί η έκδοση της μετάφρασης των πρώτων πέν­τε τόμων της Παλαιάς Διαθήκης από την Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Και είναι σημαν­τικό αυτό το γεγονός, αφ’ ενός μεν γιατί είναι μια έκ­δοση που δεν είναι εμπορική και, ενδεχομένως, δεν θα ευρισκόταν άλλος εκδοτικός οίκος που θα έκανε αυτό το έργο, αφ’ ετέρου δε γιατί έτσι μας δίνεται η δυνατό­τητα να δούμε την αξία της Παλαιάς Διαθήκης και την θεολογία της. Αυτό δείχνει και την εκκλησιολογία που διακρίνει την Αποστολική Διακονία, αφού ενδιαφέρεται για την έκδοση τέτοιων σημαντικών, μη εμπορικών εκ­κλησιαστικών κειμένων. 
Θα περιορίσω το θέμα μου σε δύο σημεία. Το πρώτον η θεολογία της Παλαιάς Διαθήκης και το δεύτερον η έκ­δοση των πρώτων πέντε τόμων της Παλαιάς Διαθήκης από την Αποστολική Διακονία.

Η θεολογία της Παλαιάς Διαθήκης 

Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης έχουν σημαντική θέ­ση μέσα στην Εκκλησία και αυτό φαίνεται από την ερμηνεία που κάνουν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και από την ένταξή τους στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Δεν υπάρχει ιερή ακολουθία στην οποία να μην αναγιγνώσκωνται κείμενα από την Παλαιά Διαθήκη, κυρίως στην ακολουθία τού Εσπερινού και τού Όρθρου. Έπειτα, οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμηνεύουν πολλά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης μέσα από τα γεγονότα που συνέβησαν στην Καινή Διαθήκη. Με άλλα λόγια δεν μελετάμε την Παλαιά Διαθήκη για να κατανοήσουμε στην συνέχεια την Καινή Διαθήκη, αλλά μέσα από την αποκάλυψη του Θεού, που έγινε εν Χριστώ στην Καινή Διαθήκη, μπορούν να ερμηνευθούν πολλά γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης.
Στην συνέχεια θα εντοπισθούν μερικά σημεία που δεί­χνουν την θεολογία της Παλαιάς Διαθήκης.

α) Η ιερά Ιστορία

Όταν ομιλούμε γενικά για ιστορία, εννοούμε τα διά­φορα γεγονότα τα οποία συνέβησαν στον χρόνο και τον χώρο, και τα οποία καθορίζουν το μέλλον των λαών, των Εθνών και των ανθρώπων στο Ιστορικό επίπεδο και γί­γνεσθαι.

Όμως, πέρα από αυτήν την ιστορία, την οποία καθο­ρίζουν τα διάφορα γεγονότα η οι χαρισματικές προσωπι­κότητες, υπάρχει και η ιερά Ιστορία, που την καθορίζουν οι Προφήτες στην Παλαιά και την Καινή

29 Μαΐου 2020

Οι Πατέρες της Εκκλησίας για τον πόλεμο και την ειρήνη


Οι Πατέρες της Εκκλησίας για τον πόλεμο και την ειρήνη
Ιωάννου Κωστώφ,

Οι Πατέρες της Εκκλησίας για τον πόλεμο και την ειρήνη,
εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1984, σελ. 21-38
 


Οι Πατέρες δεν παραλείπουν να τονίσουν την αναγκαιότητα της εσωτερικής ειρήνης και της ψυχικής γαλήνης: Η ειρήνη του κόσμου συνάπτεται μερικές φορές και για κακό σκοπό. Η ειρήνη όμως του Χριστού δεν μας παρακινεί να ειρηνεύουμε μόνο προς τους άλλους, αλλά και προς τους εαυτούς μας (Αμμώνιος Αλεξανδρηνός, PG 85, 1492D).

Η ειρήνη αποτελεί την κορυφή της πυραμίδας των ευλογιών· χαρακτηρίζεται από ηρεμία και αταραξία του λογικού. Έτσι ο άνθρωπος που εχει ειρήνη είναι φανερός από' τον ήπιο χαρακτήρα του. Αυτός όμως που πολεμάται από τα πάθη του, δεν απόλαυσε ακόμα την ειρήνη που προέρχεται από το Θεό, την οποία ο Κύριος χάρισε στους Μαθητές Του (Ιω. ιδ΄ 27) και η οποία, «όντας πάνω από τις δυνατότητες οποιοσδήποτε νου» (Φιλιπ. δ' 7) θα φρουρεί τις ψυχές αυτών που αξίζουν. Αυτή την ειρήνη εύχεται και ο Απόστολος στις Εκκλησίες, όταν λέγει: «Ας πλεονάσει σε σας η χάρη και η ειρήνη» (Α' Πέτρ. α΄ 2) (Μ. Βασίλειος, ΒΕΠ 52, 54, 1). 

«Ζήτησε την ειρήνη και επιδίωξε την» (Ψαλμ. λγ' 15). Αυτήν εννοούσε ο Κύριος, όταν έλεγε: «Σας αφήνω ειρήνη. Τη δική μου αληθινή ειρήνη σας δίνω, Δεν σας παρέχω εγώ ειρήνη σαν αυτή που δίνει ο κόσμος». (Ιω· ιδ' 27). Αναζητησε λοιπόν την ειρήνη του Κυρίου και προσπάθησε να την απολαύσεις. Κι αυτό δε θα το κατορθώσεις, παρά «προχωρώντας προς το σκοπό σου, δηλαδή το βραβείο που υπόσχεται η πρόσκληση στον ουρανό» (Φιλιπ. γ' 14)]. Διότι εκεί βρίσκεται η αληθινή ειρήνη. Όσο καιρό είμαστε δεμένοι με τις σαρκικές επιθυμίες, βρισκόμαστε στον ίδιο ζυγό μ' αυτά που μας ταράζουν. Ζήτησε λοιπόν την ειρήνη, την εξαφάνιση των θορύβων της κοσμικής ζωής. Απόκτησε γαληνεμένο νου και ήσυχη κι ατάραχη κατάσταση της ψυχής, έτσι που ούτε από τα πάθη να ταρακουνιέται, ούτε να κινδυνεύει να παρασυρθεί σε παραδοχή λάθος αντιλήψεων που οφείλονται στην ελκυστικότητά τους. Έτσι θα έχεις φρουρό στην καρδιά σου την ειρήνη του Θεού, την οποία «δεν μπορεί να κατανοήσει κανένας νους» (Φιλιπ. δ΄ 7). Εκείνος που ζητά την ειρήνη, το Χριστό ζητά, διότι Αυτός «είναι η ειρήνη» (Εφεσ. β' 14). «Αυτός δημιούργησε από τους Ιουδαίους και τους εθνικούς ένα νέο άνθρωπο και έφερε έτσι ειρήνη» (Εφεσ. β' 15)]. «Αυτός ειρηνοποίησε με το αίμα της σταυρικής Του θυσίας είτε τους αγγέλους με όλους μας, είτε τους ανθρώπους μεταξύ τους και με το Θεό» (Κολ. α΄ 20) (Μ. Βασίλειος, ΒΕΠ 52, 87, 3). 

Ο Απ. Παύλος επιθυμεί να καταπαύσουν οι πόλεμοι και οι μάχες και οι ταραχές, και γι' αυτό προτρέπει τους κληρικούς να προσεύχονται για τους ηγεμόνες και τους άρχοντες (πρβλ. Α΄ Τιμ. β' 2). Αυτό βέβαια

22 Μαΐου 2020

Μοιράστε τα υπάρχοντά σας μαζί με τον Χριστό! - Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


Μοιράστε τα υπάρχοντά σας μαζί με τον Χριστό!

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Και συ, λοιπόν, δεν μπορείς να ασκήσεις την ακτημοσύνη; Δώσε κάτι από αυτά που έχεις. Δεν μπορείς να σηκώσεις το φορτίο εκείνο; Μοίρασε τα υπάρχοντά σου με το Χριστό.

Δε θέλεις να του τα παραχωρήσεις όλα; Δώσε του έστω και τα μισά, ή ακόμη και το ένα τρίτο. Κάνε τον και στην εδώ ζωή συγκληρονόμο.

Όσα δώσεις σ’ εκείνον, τα δίνεις στον εαυτό σου. Δεν ακούς τί λέει ο Προφήτης; «Τους συγγενείς σου δε θα τους περιφρονήσεις» (Ησ. 58,7). Αν, λοιπόν, δεν πρέπει να περιφρονούμε τους συγγενείς μας, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να περιφρονείς τον Δεσπότη που σου έχει όχι μόνο το δικαίωμα της κυριότητος, αλλά και της συγγένειας και άλλα ακόμη πολύ περισσότερα. Σε έκανε, βέβαια, μέτοχο των αγαθών του, χωρίς να πάρει, μάλιστα, τίποτε από σένα, αλλά και πρώτος έκανε την αρχή της ανέκφραστης αυτής ευεργεσίας.


Επομένως, πώς δεν είναι υπόδειξη της πιο μεγάλης ανοησίας, το να μη γίνει κάποιος φιλάνθρωπος ούτε και γι’ αυτήν, έστω, τη δωρεά, ούτε να δώσει αμοιβή για τη χάρη, και να προσφέρει κάτι το μηδαμινό μπροστά σε αυτά τα τόσο μεγάλα και σπουδαία που έχει δεχθεί; Διότι αυτός σε έκανε κληρονόμο των ουρανών, ενώ εσύ δεν του δίνεις ούτε κάτι από αυτά που έχεις πάνω στη γη. Αυτός, και χωρίς καμμία δική σου προκοπή, αλλά αν και ήσουν εχθρός του, σε συμφιλίωσε με τον εαυτό του, εσύ δεν δίνεις ούτε σ’ αυτόν, που είναι φίλος σου και ευεργέτης σου;

Άραγε δε θα ήταν δίκαιο, πριν από τη βασιλεία και πριν από όλες τις δωρεές, να τον ευγνωμονεί κάποιος μόνο για τις δωρεές; Διότι και οι δούλοι, όταν προσκαλούν τους κυρίους τους, για να τους προσφέρουν γεύμα, πιστεύουν ότι δεν προσφέρουν, αλλ’ ότι δέχονται. Εδώ, όμως, έγινε το αντίθετο. Διότι δεν κάλεσε ο δούλος τον κύριο, αλλά ο κύριος πρώτος κάλεσε το δούλο του στο τραπέζι του. Εσύ, όμως, δεν τον προσκαλείς ούτε και μετά από αυτό;

Πρώτος σε έβαλε μέσα στο σπίτι του· εσύ δεν το κάνεις ούτε και δεύτερος; Αυτός, όταν εσύ ήσουν γυμνός, σε έντυσε· εσύ και μετά από αυτά, τώρα που είναι ξένος, δεν τον βάζεις στο σπίτι σου; Πρώτος σε πότισε από το ποτήρι του· εσύ δεν του δίνεις ούτε κρύο νερό; Σε πότισε με το Άγιο Πνεύμα, εσύ δεν ικανοποιείς ούτε τη σωματική του δίψα; Αυτός, αν και είσαι άξιος για την κόλαση, σε πότισε με το Πνεύμα· εσύ, αν και διψά, τον περιφρονείς και μάλιστα, όταν όλα αυτά πρόκειται να τα κάνεις από τις δικές του δωρεές!

Δεν το νομίζεις, δηλαδή, σπουδαίο πράγμα το να κρατήσεις στα χέρια σου το ποτήρι από το οποίο

8 Μαΐου 2020

Τι είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας.


Οι Πατέρες της Εκκλησίας
Γράφει ο Θεόδωρος Ρηγινιώτης, Θεολόγος


Πατέρες και πατερικότητα της χριστιανικής θεολογίας


Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας (ή, εν συντομία, απλώς Πατέρες της Εκκλησίας) ονομάζουμε τους χριστιανούς ιερείς όλων των βαθμίδων1 (αλλά και μερικούς που δεν ήταν ιερείς) που αναγνωρίστηκαν ως πνευματικοί διδάσκαλοι και αναδείχθηκαν ως συγγραφείς διατυπώνοντας, οριοθετώντας και υπερασπιζόμενοι το χριστιανικό δόγμα2.

Κατά το δυτικό σχολαστικισμό, δηλαδή τη φιλοσοφική θεολογία που αναπτύχθηκε στη δυτική Ευρώπη μετά το Σχίσμα του 1054 και έφτασε στην ακμή της κατά το μεσαίωνα, η πατερική εποχή σταματά στον 6ο αιώνα μ.Χ. για τη δυτική Εκκλησία (τελευταίος δυτικός Πατέρας ο άγιος Ισίδωρος Σεβίλλης) και στον 8ο αιώνα για την ανατολική (τελευταίος ανατολικός Πατέρας ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός).

Η νεώτερη ιστορική και φιλολογική έρευνα, που αναπτύχθηκε στη δύση και υιοθέτησε τα κριτήρια του σχολαστικισμού, υιοθέτησε και αυτή την ιδέα και διαχωρίζει την«πατερική γραμματεία» (τα έργα των Πατέρων μέχρι τον 8ο αιώνα) από τη «βυζαντινή γραμματεία», δηλαδή τα έργα των Βυζαντινών συγγραφέων μετά τον 8ο αιώνα.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία όμως θεωρεί ότι η θεολογία της είναι πάντα πατερική καιμόνο στο βαθμό που συνεχίζει να είναι πατερική μπορεί να είναι επίσης έγκυρηκαι αληθής.

Έτσι, διακρίνει φορείς του πατερικού της πνεύματος σε όλους τους χριστιανικούς αιώνες, από το 2ο (πρώτη μετά τους αποστόλους γενιά, άγιοι Κλήμης Ρώμης, Πολύκαρπος Σμύρνης, Ιγνάτιος Αντιοχείας ο Θεοφόρος κ.ά.) μέχρι τους υστεροβυζαντινούς χρόνους (π.χ. άγιοι Γρηγόριος Παλαμάς, 14ος αι., Μάρκος Ευγενικός, 15ος αι.) αλλά και μετά το Βυζάντιο (άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, 18ος-19ος αι., οι Ρώσοι άγιοι του 19ου αι. Ιγνάτιος Μπραντσιανίνωφ και Θεοφάνης ο Έγκλειστος, Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ κ.ά.), ενώ και σήμερα διαφαίνονται έντονα αρκετοί αυθεντικοί φορείς του πατερικού πνεύματος της εκκλησιαστικής θεολογίας, κάποιοι από τους οποίους έχουν αναγνωριστεί επίσημα ως άγιοι [π.χ. οι άγιοι Νεκτάριος Πενταπόλεως, Λουκάς ο Ιατρός, Ιωάννης της Σαγκάης (Μαξίμοβιτς), Νικόλαος Αχρίδος (Βελιμίροβιτς) κ.ά.], ενώ άλλοι, αν και δεν έχουν αναγνωριστεί «επίσημα», με εκκλησιαστική «απόφαση» οποιουδήποτε είδους, αναγνωρίζονται στην πράξη ως τέτοιοι, όπως π.χ. οι άγιοι διδάσκαλοι Ιουστίνος Πόποβιτς, Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Φιλόθεος Ζερβάκος κ.ά.

Η εμμονή της Εκκλησίας στην πατερικότητα της θεολογίας της οφείλεται στο ότι θεωρεί τους Πατέρες αγίους, δηλαδή ανθρώπους με αυθεντική, χριστιανικώς εννοούμενη, σχέση με την άκτιστη (θεϊκή) πραγματικότητα, και ως εκ τούτου αξιόπιστους εκφραστές της δογματικής διδασκαλίας της, στην εγκυρότητα της οποίας υπεισέρχεται και ο παράγοντας της «θεοπνευστίας».

Το χριστιανικό δόγμα εκφράζεται με το «φωτισμό του Αγίου Πνεύματος» (δηλ. του ίδιου του Θεού) και όχι με διανοητικούς συλλογισμούς –αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη θεολογία.

Για την Εκκλησία, βέβαια, η διαφορά αυτή έγκειται όχι στην επίκληση «αγιοπνευματικού φωτισμού», δηλαδή «θρησκευτικής αυθεντίας», αλλά στηνπραγματική ύπαρξη του υπερβατικού αυτού στοιχείου, αλλιώς (αν έχουμε και στις δυο περιπτώσεις οντολογικά και σωτηριολογικά συστήματα κατασκευασμένα με ανθρώπινες διανοητικές διεργασίες, που απλώς επικαλούνται, για λόγους κύρους, κάποια επαφή με το θεϊκό Επέκεινα) αντικειμενική διαφορά μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας ουσιαστικά δεν υπάρχει3.


 Πατέρες και φιλοσοφία

Σημειωτέον ότι το πατερικό έργο δεν εξαντλείται στην οριοθέτηση του χριστιανικού δόγματος, αλλά και αναπτύσσεται σε πλήθος ζητημάτων, που αφορούν στη διερεύνηση της ανθρώπινης φύσης, ιδίως της

26 Απριλίου 2020

Η εσχατολογία στην πατερική εποχή


π. Γεώργιος Florovsky
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ
(από το βιβλίο του π. Γεωργίου Florovsky: ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ)


Τέσσερα «εσχατολογικά στοιχεία» αναφέρονται στην ιερή Παράδοση: ο Θάνατος, η Κρίσις, ο Ουρανός και η Κόλασις. Αυτά είναι τα «έσχατα του ανθρώπου». Και αυτά είναι τα «Έσχα­τα» της ανθρωπότητας : Η Έσχατη Ημέρα, η Ανάσταση της Σαρκός, η Τελική Κρίσις, και το Τέλος του Κόσμου. Το ουσιαστικότερο, βέβαια, στοιχείο παραλείπεται σε τούτη την κατα­γραφή, «ό έσχατος Αδάμ», δηλ. αυτός ο Χριστός, και το Σώμα Του η Εκκλησία. Γιατί, πράγματι, η Εσχατολογία δεν είναι μόνο ιδιαίτερο κεφάλαιο μέσα σ’ ολόκληρο το χριστιανικό θεολογικό σύστημα, αλλά μάλλον ή βάσις του και το θεμέλιο του, η άγουσα και εμπνέουσα αρχή του, η τρόπον τινά, ο χώρος του συνόλου της χριστιανικής σκέψεως. Ο Χριστιανισμός είναι ουσιαστικά εσχατολογικός, και ή Εκκλησία είναι «εσχατολογική κοινότητα», εφόσον σύγκειται στην Καινή Διαθήκη, τελική, και οριστική, και, συνεπώς, «έσχατη».
Αυτός ο Χριστός είναι ο «έσχατος Αδάμ», επειδή, ακριβώς, είναι «ό Καινός Ανθρωπος» (Ιγνατίου, Έφεσίους 20, 1). Ή χριστιανική προοπτική είναι από τη φύσι ή την ουσία της εσχατολογική . «Τα αρχαία παρήλθεν, ιδού Καινά τα πάντα γέγονεν». Όντως συνέβη «έπ’ εσχάτων των ήμερών» κι ο «Θεός των Πατέρων» ενήργησε κατά τρόπο έσχατο, άπαξ δια παντός. Το «τέλος» ήλθε και το σχέδιο του Θεού για την ανθρώπινη σωτηρία «τετέλεσται» (Ίωάν. 19, 23 - 30). Η εσχάτη, όμως, αυτή πραξις απετέλεσε ένα νέο ξεκίνημα. Τα μεγαλύτερα και λαμπρότερα αναμένονται στο μέλλον. «Και ο άκούων είπάτω ερχου». Ο «Έσχατος Αδάμ» πρόκειται να επανέλθει. Η Βασιλεία έχει εγκαινιασθή, αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη σε όλη της τη δόξα και τη δύναμι. Η μάλλον, η Βασιλεία πρόκειται, να έλθη – ο Βασιλεύς έχει ήδη φθάσει.  Η Εκκλησία ευ­ρίσκεται, ακόμη, καθ’ οδόν και οι χριστιανοί εξακολουθούν να είναι πάροικοι και «παρεπίδημοι» «του κόσμου τούτου».
Αυτή η εντασις ανάμεσα στο «παρελθόν» και στο «έρχόμενον» υπήρξε θεμελιακή για το χριστιανικό μήνυμα από την πρώτη κι’ όλας στιγμή. Υπήρχαν πάντοτε αυτά τα δύο όρια

12 Μαρτίου 2020

Να λες στην γυναίκα σου ότι την αγαπάς και να της το δείχνεις! - Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος


Να λες στην γυναίκα σου ότι την αγαπάς και να της το δείχνεις! -Ιωάννης Χρυσόστομος και ισοτιμία των φύλων
Nα λες στην γυναίκα σου ότι την αγαπάς
του Άγιου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Θεού πλάσμα είναι η γυναίκα. Με την αποστροφή σου δεν προσβάλλεις εκείνην, αλλά το Δημιουργό της. Τι δικό της έχει; Ο Κύριος δεν της τα έδωσε όλα;
Μα και την όμορφη γυναίκα μην την παινέψεις, μην την θαυμάσεις. Ο θαυμασμός της μιας και η περιφρόνηση της άλλης δείχνουν άνθρωπο ακόλαστο. Την ομορφιά της ψυχής να ζητάς και το Νυμφίο της Εκκλησίας να μιμείσαι.
Η σωματική ομορφιά, πέρα από το ότι είναι γεμάτη αλαζονεία, προκαλεί ζήλεια, πολλές φορές μάλιστα και αβάσιμες υποψίες. Δεν χαρίζει, όμως ηδονή; Για λίγο, ναι· για ένα μήνα η δύο, η το πολύ για ένα χρόνο· ύστερα, όχι πια. Γιατί, λόγω της συνήθειας, δεν σου κάνει πια αίσθηση η ομορφιά, η οποία όμως διατηρεί την αλαζονεία της. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση μιας γυναίκας που δεν έχει εξωτερική ομορφιά, έχει όμως εσωτερική. Εκεί είναι φυσικό η ηδονή και η αγάπη του συζύγου να παραμένουν απ’ την αρχή ως το τέλος αμείωτες, γιατί προέρχονται από ομορφιά ψυχής και όχι σώματος…
Όπως ο Κύριος φροντίζει στοργικά την Εκκλησία, δηλαδή όλους εμάς, γιατί είμαστε μέλη Του, σάρκα Του και οστά Του- και αυτό το γνωρίζετε καλά όσοι συμμετέχετε στα ιερά μυστήρια-, έτσι και ο άνδρας οφείλει να φροντίζει στοργικά τη γυναίκα του, γιατί δημιουργήθηκε απ αυτόν, είναι κομμάτι του σώματός του.
“Γι’ αυτό”, λέει η Γραφή, “θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα του και τη μητέρα του, για να ζήσει μαζί με τη γυναίκα του καί (με τη συζυγία) θα γίνουν οι δυό τους μια σάρκα”, ένα σώμα, ένας άνθρωπος (Γεν. 2, 24 Ἐφ. 5, 31). Να και τρίτος λόγος. Δείχνει δηλαδή ότι, αφού εγκαταλείψει ο άνδρας εκείνους που τον γέννησαν, δένεται μ’ εκείνην. Από δω κι εμπρός η σάρκα, ο πατέρας και η μητέρα, δημιουργεί το παιδί, που γεννιέται από την ένωση των σπερμάτων τους. Ώστε και οι τρεις είναι μια σάρκα, όπως κι εμείς με το Χριστό είμαστε μια σάρκα, ένα σώμα.
Όση, λοιπόν, αγάπη έχεις στον εαυτό σου, τόση αγάπη θέλει ο Θεός να έχεις και στη γυναίκα σου. Δεν βλέπεις ότι και στο σώμα μας πολλές ατέλειες η ελλείψεις έχουμε; Ο ένας έχει πόδια στραβά, ο άλλος τα

10 Μαρτίου 2020

Η εργασία στην Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση


Η εργασία στην Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση
Η εργασία στην Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση
Κων/νος Παναγιώτης Κωστόπουλος - Συμβούλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού, υποψήφιος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών Κων/νος Παναγιώτης Κωστόπουλος  


Η Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ και πολλούς αιώνες έχει αναπτύξει μία πλήρη θεολογία για την αξία της εργασίας και τον ρόλο της για την πνευματική, συναισθηματική, σωματική και ψυχολογική υγεία και ισορροπία του ατόμου. Τιμά δε και εξυψώνει την εργασία, ανάγοντάς την σε κοινωνικό λειτούργημα.
Η εργασία παραδοσιακά κατέχει κεντρική θέση στην ιεραρχία των οικονομικών και κοινωνικών αξιών ως μέσο απόκτησης αγαθών, αλλά και ως μέσο αξιοποίησης των ατόμων στην παραγωγική διαδικασία, ενώ επιπλέον συμβάλλει στην κοινωνική ένταξη και την καταξίωση αυτών και στην δημιουργία κλίματος ψυχολογικής ηρεμίας, αξιοπρέπειας και ασφάλειας, που συντελεί στον καθορισμό της ταυτότητας του κάθε ατόμου. Σε μία οικονομία μισθοσυντήρητων, όπως η ελληνική, το δικαίωμα της απολαβής των κοινωνικών και οικονομικών αγαθών συνδέεται με την παροχή εργασίας.
Η αμειβόμενη εργασία αποτελεί έναν άξονα γύρω από τον οποίο οργανώνεται ο τρόπος ζωής του εργαζομένου. Η Jahoda διατείνεται ότι η εργασία χρησιμεύει ως δεσμός μεταξύ του ανθρώπου και της κοινωνικής πραγματικότητας: «Κάτω από τις παρούσες συνθήκες, η πλειοψηφία των ανθρώπων επωφελείται από την εργασιακή σχέση στους εξής πέντε τομείς: στην οργάνωση του χρόνου, στις κοινωνικές επαφές, στην συμμετοχή σε κοινωνικούς σκοπούς, στην ανάπτυξη προσωπικού κύρους και ταυτότητας, όπως επίσης και σε ψυχαγωγικές και κοινωνικές δραστηριότητες» (Liebow E., 1976).
Με άλλα λόγια, η δουλειά μας προσφέρει πολύ περισσότερα από τον μισθό μας και διασφαλίζουμε το δικαίωμα για σύνταξη, διακοπές, υγειονομική ασφάλιση και την αναγνώριση ότι είμαστε παραγωγικά μέλη της κοινωνίας. Επιπλέον η εργασία μας καθορίζει σε μεγάλο βαθμό με ποιούς τρόπους και σε ποιές ομάδες ανήκουμε η δεν ανήκουμε μέσα στην ευρύτερη κοινωνία, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό σε τι τύπο σπιτιού ζούμε, ποιοί είναι οι φίλοι μας, σε ποιό σχολείο θα φοιτήσουν και τι εκπαίδευση θα πάρουν τα παιδιά μας (Σταθόπουλος Π., 1987).
Πέραν όμως από τους σύγχρονους μελετητές, η Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ και πολλούς αιώνες έχει αναπτύξει μία πλήρη θεολογία για την αξία της εργασίας και τον ρόλο της για την πνευματική, συναισθηματική, σωματική και ψυχολογική υγεία και ισορροπία του ατόμου. Στην συνέχεια θα αναφέρουμε μερικές μόνο από τις πτυχές του τόσο σημαντικού αυτού θέματος, έτσι όπως αυτό καθορίζεται μέσα από αγιογραφικά χωρία, αλλά και πατερικά κείμενα, τα οποία βρίθουν σχετικών αναφορών και θεολογικής τεκμηρίωσης.

Η αντίληψη της εργασίας στην Παλαιά Διαθήκη

Στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε αναφορές στην αξία της εργασίας από τα πρώτα ακόμη κεφάλαια. Παρακολουθούμε τον Θεό να καθαγιάζει την εργασία μέσα από την Δημιουργία του κόσμου.
Στο Α’ κεφάλαιο της «Γενέσεως» ο Θεός εμφανίζεται ως καλλιτέχνης εργάτης, να έχει μοχθήσει για να

1 Μαρτίου 2020

«Η εσχατολογική προοπτική της Εκκλησίας»


Η εσχατολογική προοπτική της Εκκλησίας
Ρένος Κωνσταντίνου, θεολόγος,

Μαριλένα Κοντογιώργη, φιλόλογος,

Λαζάρω Καλλή, θεολόγος



1)    Γενικά


Στις θρησκείες γενικά, η διάκριση μεταξύ «Τέλους των Αιώνων» και «Συντέλειας του Κόσμου» έχει ιδιαίτερη θεολογική σημασία, γιατί σε πολλές θρησκείες οι τελευταίες μέρες μπορούν να περιλαμβάνουν την καταστροφή του πλανήτη (ή όλων των έμβιων όντων), αλλά με την ανθρώπινη φυλή να επιζεί σε κάποια νέα μορφή, τελειώνοντας την τρέχουσα "εποχή" υπάρξεως και αρχίζοντας μία νέα.

Οι περισσότερες θρησκείες έχουν δόγματα που υποστηρίζουν ότι τα "επιλεγμένα" ή "άξια" μέλη της μιας και αληθινής πίστης θα σωθούν από την επερχόμενη κρίση και την οργή του Θεού. Θα εισέλθουν στον παράδεισο πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά από την κρίση ανάλογα με το εσχατολογικό πλαίσιο της κάθε θρησκείας.

Στο Χριστιανισμό τώρα, «εσχατολογία» είναι ο τομέας της Θεολογίας που ασχολείται με τα έσχατα γεγονότα της ιστορίας του κόσμου και τη Δευτέρα έλευση του Κυρίου. Τα έσχατα και η Βασιλεία των εσχάτων θα πραγματωθούν με τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, όταν θα έλθει πλέον ως ένδοξος βασιλιάς για να κρίνει «ζώντας και νεκρούς». Σχετικοί όροι είναι «Μέλλουσα Κρίση», «Ημέρα Κυρίου» κ.α. Στην Εκκλησία ο πιστός προγεύεται τα έσχατα δια των μυστηρίων και δη της Θείας Ευχαριστίας.

Οι Μαθητές του Χριστού είχαν πιστέψει εσφαλμένα ότι ήταν πολύ κοντά χρονικά το τέλος του κόσμου νομίζοντας ότι θα ερχόταν κατά τη διάρκεια ζωής τους. Ο Ιησούς στο Μαρκ. 13,8 σύγκρινε το τέλος του κόσμου με τον πόνο της γέννας μιας μητέρας και η εικόνα υπονοούσε ότι ο κόσμος ήδη εγκυμονούσε την καταστροφή του αλλά κανένας πέρα από το Θεό δεν ξέρει πότε ακριβώς θα συμβεί. Όταν οι νεοφώτιστοι του Παύλου στη Θεσσαλονίκη διώχτηκαν από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, θεώρησαν ότι το τέλος είχε έρθει. Στα 130 ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας δήλωσε ότι ο Θεός καθυστερούσε το τέλος του κόσμου επειδή επιθυμούσε για το Χριστιανισμό να γίνει μια παγκόσμια θρησκεία. Το έτος 250 ο Κυπριανός έγραψε ότι οι χριστιανικές αμαρτίες εκείνου του καιρού ήταν ένα προοίμιο και μια απόδειξη ότι το τέλος ήταν κοντά. Ταυτόχρονα, ψευδόχριστοι (ψευδομεσσίες) και ψευδοπροφήτες προωθούσαν και έτρεφαν ανυπόστατες προσδοκίες όσον αφορά το επικείμενο τέλος.

Εκκλησιαστικοί ηγέτες, αλλά και διάφορες χριστιανικές ομάδες, προσπαθούσαν να προσδιορίσουν το τέλος του κόσμου με βάση τις πληροφορίες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Ως αποτέλεσμα, ένας από τους υπολογισμούς υπεδείκνυε ότι το τέλος θα συνέβαινε το 202. Τον 3ο αιώνα ως ημερομηνία της "συντέλειας του κόσμου" προτάθηκε το 500. Σε αυτή την ημερομηνία κατέληξε ο επίσκοπος Ρώμης Ιππόλυτος στην ερμηνεία της προφητείας του Δανιήλ, υπολογίζοντας ότι το τέλος θα έρθει στη συμπλήρωση των 6.000 ετών από καταβολής κόσμου, η οποία είχε λάβει χώρα 5.500 έτη προ Χριστού. Εκείνη την περίοδο αρχίζει να εμφανίζεται μια σαφή πολεμική κατά αυτής της μορφής εσχατολογίας.

Ερμηνεύοντας τις Γραφές, οι Χριστιανοί των πρώτων αιώνων τοποθετούσαν το τέλος του κόσμου μέσα στη διάρκεια ζωής τους ή σύντομα μετά από αυτή. Στους πρόσφατους αιώνες μέχρι και σήμερα χριστιανικές ομολογίες και προσωπικότητες έχουν ερμηνεύσει παρόμοια Βιβλικές προφητείες, οι οποίες εδράζονται σε ένα συνδυασμό των τραγωδιών που συμβαίνουν παγκόσμια και της ερμηνείας χωρίων της Βίβλου.

Το ζήτημα εάν οι πραγματικοί πιστοί θα δουν το τέλος, προκαλεί διαμάχες σε προτεσταντικούς κύκλους. Επίσης, σε κύκλους της Ορθόδοξης Εκκλησίας γίνονται κατά καιρούς προσπάθειες προσδιορισμού των «εσχάτων ημερών» με σημείο αναφοράς το χρόνο εμφάνισης του Αντιχρίστου.


2)     Η Εσχατολογία στην Παλαιά Διαθήκη


Τα πρώτα εσχατολογικά κείμενα έκαναν την εμφάνιση τους ήδη στην Παλαιά Διαθήκη, μέσω των προφητών. Αν και το κύριο θέμα των προφητών και των προφητειών είναι το εβραϊκό έθνος και η πορεία του, υπάρχουν και κείμενα στα οποία περιγράφεται τι θα γίνει στα ύστερα του κόσμου.

Ο προφήτης Ησαΐας (8ος αιώνας π.Χ.), προφητεύει τα έσχατα. Στο κεφάλαιο 2 (1 με 5) γράφει πως η

29 Ιανουαρίου 2020

Άγιοι Τρεις Ιεράρχες: Μεγάλη γιορτή της ορθοδοξίας


Άγιοι Τρεις Ιεράρχες: Μεγάλη γιορτή της ορθοδοξίας στις 30 Ιανουαρίου
Οι Τρεις Ιεράρχες
.Άγιοι Τρεις Ιεράρχες: Μεγάλη γιορτή της ορθοδοξίας στις 30 Ιανουαρίου


Κατά τους χρόνους της βασιλείας του Αλεξίου του Κομνηνού (1081 – 1118 μ.Χ.), ο οποίος διαδέχθηκε στη βασιλική εξουσία τον Νικηφόρο Γ’ τον Βοτενειάτη (1078 – 1081 μ.Χ.), έγινε στην Κωνσταντινούπολη φιλονικία ανάμεσα σε λόγιους και ενάρετους άνδρες. Άλλοι θεωρούσαν ανώτερο τον Μέγα Βασίλειο (1 Ιανουαρίου), χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα και υπέροχη φυσιογνωμία. Άλλοι τοποθετούσαν ψηλά τον ιερό Χρυσόστομο (13 Νοεμβρίου) και τον θεωρούσαν ανώτερο από τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο και, τέλος, άλλοι, προσκείμενοι στον Γρηγόριο τον Θεολόγο (25 Ιανουαρίου), θεωρούσαν αυτόν ανώτερο από τους δύο άλλους, δηλαδή από τον Βασίλειο και τον Χρυσόστομο. Η φιλονικία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να διαιρεθούν τα πλήθη των Χριστιανών και άλλοι ονομάζονταν «Ιωαννίτες», άλλοι «Βασιλείτες» και άλλοι «Γρηγορίτες».


Η οπτασία με τους τρεις Ιεράρχες

 


Στην έριδα αυτή έθεσε τέλος ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων, Ιωάννης ο Μαυρόπους. Αυτός, κατά την διήγηση του Συναξαριστή, είδε σε οπτασία τους μέγιστους αυτούς Ιεράρχες, πρώτα καθένα χωριστά και στη

1 Ιανουαρίου 2020

Η αξία της ανθρώπινης ζωής κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας


Η αξία της ανθρώπινης ζωής κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας
Η αξία της ανθρώπινης ζωής κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας
Γεωργίου Μαντζαρίδη, Ομότιμου Καθηγητού Πανεπιστημίου


Κανένας δεν έχει τη ζωή του από τον εαυτό του. Η ζωή στον κόσμο υπάρχει ως δώρο. Σ’ αυτό τον κανόνα δεν έχουμε καμία εξαίρεση.

Φαινομενολογικά η ζωή παρουσιάζεται ως κίνηση. «Η γαρ κίνησις της ψυχής», παρατηρεί ο Μ. Αθανάσιος, «ουδέν έτερον έστιν ή η ζωή αυτής· ώσπερ αμέλει και το σώμα τότε ζην λέγομεν, ότε κινείται, και τότε θάνατον αυτού είναι, ότε της κινήσεως παύεται». Η ζωή όλων των κτιστών όντων υπάρχει κατά μετοχή της ζωοποιού ενεργείας του Θεού. Αυτοζωή και χορηγός της ζωής είναι μόνο ο Θεός. Ανεξάρτητα από το Θεό δεν υπάρχει ζωή ούτε κίνηση: «Αντανελείς το πνεύμα αυτών, και εκλείψουσι και εις τον χουν αυτών επιστρέψουσιν. Εξαποστελείς το πνεύμα σου, και κτισθήσονται, και ανακαινιείς το πρόσωπον της γης».

Η ζωή και η κίνηση του ανθρώπου είναι δώρα του Θεού. Η αλλοτρίωση από το Θεό αλλοτριώνει την ανθρώπινη φύση. Την κάνει να φέρεται «κακώς προς εαυτήν… μηδεμίαν έχουσαν στάσιν, δια την περί έκαστον της γνώμης αστάθμητον κίνησιν». Η σωστή κίνηση της ξαναβρίσκεται στο Χριστό. Γι’ αυτό και ο Χριστός, που λέγεται «φως» και «ανάστασις» και «αλήθεια», λέγεται και ζωή των ανθρώπων, «ως την πρέπουσαν ψυχαίς αγαπώσαις τον Κύριον εν τοις θείοις παρεχόμενος κίνησιν».

Ο άνθρωπος μακρυνόμενος από το Θεό και περιοριζόμενος στον κόσμο οδηγείται σε φοβερές πλάνες και αδιέξοδα. Λησμονεί υπαρκτές σχέσεις και επινοεί ανύπαρκτες αντιθέσεις. Εγκαταλείπει ουσιαστικές ομοιότητες και απολυτοποιεί σχετικές διαφορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και καλής διαθέσεως Εκείνος προς πάντας, μας καλεί να διατηρούμε την πραότητα, τη γλυκύτητα, την εσωτερική ισορροπία και ειρήνη μας σε οποιαδήποτε στιγμή αντιξοότητας στη ζωή μας, μπροστά σε οποιαδήποτε ανωμαλία που μας δημιουργείται από καταστάσεις και από πρόσωπα, που φέρονται αντίθετα προς την ομαλή ροή της ζωής μας και που ανατρέπουν την ισορροπία και την γαλήνη μας.

Αυτό είναι και  το άμεσα προς εμάς, δίδαγμα και μήνυμα του Αγίου Νικολάου.

Αλλ’ ας θελήσουμε να συλλάβουμε και το ευρύτερο μήνυμά του προς τον έξω κόσμο, σήμερα, ήμερα του ιστορικού προσκυνήματος μας στον ιερό χώρο του τάφου του και της ιστορικής Βασιλικής του.

Αυτές τις μέρες, το μήνυμα του Αγίου είναι μήνυμα ειρήνης,  αγάπης,  αδελφοσύνης,  αυτοσυγκράτησης,

26 Δεκεμβρίου 2019

Η χριστιανική αγάπη κινείται κυκλικά - Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Η χριστιανική αγάπη κινείται κυκλικά  - Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Η χριστιανική αγάπη κινείται κυκλικά 
Γράφει λοιπόν ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Πρώτα έρχεται η αγάπη προς τον εαυτό μας, κατόπιν η αγάπη προς τους φίλους μας, μετά η αγάπη προς τους εχθρούς μας και, τέλος, η αγάπη προς τον Θεό. Ο Χριστός την αγάπη προς τον εαυτό μας την πήρε για μέτρο της αγάπης μας για τους ανθρώπους και για τον Θεό. “Όπως αγαπάς τον εαυτό σου”, λέει ο Χριστός, “να αγαπάς και τον πλησίον”. Αν οι άνθρωποι είχαν χριστιανική αγάπη προς τον εαυτό τους, γρήγορα θα είχαν και χριστιανική αγάπη προς τους φίλους τους και προς τους εχθρούς τους. Αλλά αυτή η βασική αγάπη των ανθρώπων -η αγάπη προς τον εαυτό μας- ακόμα πλειοψηφεί ως ζωώδης, εγωιστική, αδηφάγα, ακάθαρτη, οπότε και κάθε άλλη αγάπη, βασιζόμενη σε τέτοια αγάπη είναι ομοίως τέτοια.

Όμως, θα έρθει μια καλύτερη εποχή, κατά την οποία οι άνθρωποι θα αγαπιούνται περισσότερο με το πνεύμα και την αλήθεια, και λόγω του πνεύματος και της αλήθειας, και θα έχουν αληθινή αγάπη τόση όση είναι σήμερα η ψευδής αγάπη.

Θα έρθει εποχή κατά την οποία ο φίλος για τον φίλο θα είναι ιερέας και εξομολόγος, και όχι συνεργάτης

19 Ιουλίου 2019

Άγιος Παΐσιος: Η αδικία πληρώνεται πολύ βαριά

Άγιος Παΐσιος: Η αδικία πληρώνεται πολύ βαριά - Χριστιανική Ηθική και Μάθημα Θρησκευτικών
Άγιος Παΐσιος

Η αδικία πληρώνεται πολύ βαριά
Η αδικία είναι μεγάλη αμαρτία
Η αδικία μαζεύει οργή Θεού
Μεγάλη υπόθεση να έχη ο άνθρωπος την ευλογία του Θεού! Πλούτος είναι! 

Ό,τι έχει ευλογία, στέκει, δεν γκρεμίζεται. Ό,τι δεν έχει ευλογία, δεν στέκει.

Η αδικία είναι μεγάλη αμαρτία. Όλες οι αμαρτίες έχουν ελαφρυντικά, η αδικία δεν έχει, μαζεύει οργή Θεού. Φοβερό! Αυτοί που αδικούν, βάζουν φωτιά στο κεφάλι τους. Από την μια μεριά βλέπεις να κάνουν μια αδικία και από την άλλη να πεθαίνουν δικοί τους άνθρωποι και να μη δίνουν σημασία. Πώς να κάνουν προκοπή οι άνθρωποι με τόσες αδικίες; Κάνουν αυτά που κάνουν, δίνουν δικαιώματα και στον διάβολο, γι’ αυτό μετά περνούν δοκιμασίες, τους βρίσκουν αρρώστιες κ.λπ. και σου λένε: “Κάνε προσευχή να γίνω καλά”.

Τα περισσότερα κακά που συμβαίνουν είναι από αδικίες. Όταν λ.χ. μαζεύεται με αδικία η περιουσία, ζουν οι άνθρωποι λίγα χρόνια σαν αρχοντόπουλα και μετά τα δίνουν, όσα μάζεψαν, στους γιατρούς. Τι λέει ο Ψαλμός; “Κρείσσον ολίγον τω δικαίω υπέρ πλούτον αμαρτωλών πολύν” (1). “Ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα”. Όσα μαζεύουν, φεύγουν, όλα εξανεμίζονται. Σπάνια, σε πολύ λίγους συμβαίνει να είναι οι αρρώστιες, οι χρεωκοπίες κ.λπ. μια δοκιμασία του Θεού. Αυτοί θα έχουν καθαρό μισθό. Σ’ αυτήν την περίπτωση συνήθως γίνονται ύστερα πιο πλούσιοι, σαν τον Ιωβ. Αλλά, και πολλοί άνθρωποι που βγαίνουν άλειωτοι, είναι και από αυτό, κάποια αδικία έχουν κάνει.
1) Ψαλμ. 36, 16
Ο άδικος βασανίζεται

Ο άδικος, και γενικά κάθε ένοχος, όταν δεν ζητήση συγχώρηση, ταλαιπωρείται από την συνείδησή του και επιπλέον από την αγανάκτηση του αδικημένου. Γιατί, όταν ο αδικημένος δεν τον συγχωρήση και γογγύζη, τότε ο άδικος ταλαιπωρείται πολύ, βασανίζεται. Δεν μπορεί να κοιμηθή. Σαν να τον χτυπούν κύματα και τον φέρνουν σβούρα. Είναι μυστήριο πράγμα το πώς το πληροφορείται! Όπως, όταν ένας αγαπά κάποιον και τον σκέφτεται με την καλή έννοια, εκείνος το πληροφορείται, έτσι και σ’ αυτήν την περίπτωση. Ώ, ο γογγυσμός του άλλου τον κάνει άνω-κάτω! Και μακριά να είναι, τι στην Αυστραλία, τι στο Γιοχάννεμπουργκ, δεν μπορεί να ησυχάση, όταν είναι αγανακτισμένος ο άλλος εξ αιτίας του.

– Αν είναι αναίσθητος;

– Οι αναίσθητοι λες ότι δεν υποφέρουν; Το πολύ-πολύ να καταφύγουν σε καμμιά ψυχαγωγία, για να ξεχασθούν. Μπορεί πάλι ο αδικημένος να τον συγχώρησε τον ένοχο, αλλά να έχη μείνει λίγη αγανάκτηση

17 Ιουλίου 2019

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ


ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ  - Οικολογική κρίση και Χριστιανική Ηθική
ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ
του Νικολάου Γ. Κόιου Επίκουρου καθηγητή Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης
              

Με αφορμή τα μεγάλα οικολογικά προβλήματα της σύγχρονης εποχής και όντας, κατά γενική ομολογία στο κατώφλι μιας οικολογικής κρίσης, γίνεται σήμερα πολύς λόγος για τις σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον. Μας χωρίζουν κάτι λιγότερο από δεκαεπτά αιώνες από την εποχή του Μεγάλου Βασιλείου και λίγα πράγματα στο πλανήτη μας θυμίζουν πλέον το φυσικό περιβάλλον εκείνης της εποχής. Γεννιέται έτσι εύλογα το ερώτημα: τι μπορεί να μας πει κάποιος που έζησε τον 4ο αιώνα για τις σχέσεις του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον στο εικοστό πρώτο, ακόμη και αν πρόκειται για τον πανεπιστήμονα Πατέρα της Εκκλησίας τον Μέγα Βασίλειο;             Η θεώρηση του Μεγάλου Βασιλείου για την κτίση και την σχέση της με τον Θεό και τον άνθρωπο αποτυπώνεται κυρίως στις Ομιλίες του εις την εξαήμερο, οι οποίες αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα κοσμολογικά κείμενα της πατερικής γραμματείας. Θα προσπαθήσουμε να παραθέσουμε κάποια στοιχεία από το εν λόγω έργο του μεγάλου Ιεράρχη, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως αφετηρία προβληματισμού αναφορικά με τις σχέσεις του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον.             Ο σκοπός του Μεγάλου Βασιλείου εις την Εξαήμερο εν είναι να συγγράψει φυσική ιστορία ή κοσμολογία, αλλά να οικοδομήσει πνευματικά τον λαό του Θεού, την Εκκλησία. Ο σχολιασμός ωστόσο και η ερμηνεία των Γραφών από τον Μέγα Βασίλειο αλλά και από όλους τους Πατέρες της Εκκλησίας, δεν είναι υποκειμενικές σκέψεις και αυθαίρετα κατασκευάσματα αλλά καρπός επίπονης έρευνας και βαθιάς μελέτης, η οποία βέβαια πάντοτε σφραγίζεται από τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Έτσι ο Μέγας Βασίλειος επιστρατεύει την τελευταία λέξη της επιστήμης της εποχής του για να εξηγήσει τα θαυμάσια της δημιουργίας.             Χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό με μεγάλη άνεση το φιλοσοφικό στοχασμό και επιστημονικά στοιχεία. Ορισμένες από τις επιστημονικές του αντιλήψεις πιθανόν να θεωρηθούν ξεπερασμένες ή ακόμα και εσφαλμένες σύμφωνα με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα. Όμως το σημαντικότερο δεν είναι τόσο η εγκυρότητα των απόψεων καθεαυτή, όσο η βούληση για έρευνα που επιδεικνύει με την χρήση των πιο σύγχρονων επιστημονικών ανακαλύψεων του καιρού του. Ανατρέχει σε γνώσεις φυσικής, αστρονομίας, ζωολογίας και βοτανολογίας με εκπληκτική άνεση.             
Υποστηρίζει ότι τα φυσικά φαινόμενα επιδέχονται μόνον επιστημονικών εξηγήσεων και Θείας Πρόνοιας(ρολόι που το κούρντισε και το άφησε να δουλεύει), παραμερίζοντας έτσι κάθε ειδωλολατρική

10 Ιουλίου 2019

Τι είναι η Χριστιανική Αγάπη; - Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού


Τι είναι η Χριστιανική Αγάπη;  -  Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού  - Χριστιανική ηθική
Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής 
Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού


Όπως η μνήμη της φωτιάς δεν ζεσταίνει το σώμα, έτσι και η πίστη χωρίς αγάπη δεν φωτίζει την ψυχή με τη γνώση του Θεού. Αγάπη είναι μια αγαθή διάθεση της ψυχής, που κάνει τον άνθρωπο να μην προτιμάει τίποτ' άλλο περισσότερο από το να γνωρίσει το Θεό. Είναι αδύνατον όμως ν' αποκτήσει σταθερά μέσα του αυτή την αγάπη, όποιος έχει εμπαθή προσκόλληση σε κάτι από τα γήινα.

Εκείνος που φοβάται το Θεό, έχει πάντοτε σύντροφό του την ταπεινοφροσύνη. Και η ταπεινοφροσύνη τον οδηγεί στην αγάπη και την ευχαριστία του Θεού. Σκέφτεται δηλαδή την προηγούμενη ζωή του, τα διάφορα αμαρτήματα και τους πειρασμούς τους, και πως απ' όλα αυτά τον γλύτωσε ο Κύριος και τον μετέφερε από τη ζωή των παθών στον κατά Θεόν βίο. Με τέτοιες σκέψεις λοιπόν αποκτάει και την αγάπη προς το Θεό, τον ευεργέτη και κυβερνήτη της ζωής του, τον οποίο αδιάλειπτα ευχαριστεί με πολλή ταπεινοφροσύνη.
Εκείνος που αγαπάει το Θεό, ζει αγγελικό βίο πάνω στη γη. Νηστεύει και αγρυπνεί, ψάλλει και προσεύχεται, και για κάθε άνθρωπο σκέφτεται πάντοτε το καλό.
Η ανέκφραστη ειρήνη, που έχουν οι άγιοι άγγελοι, οφείλεται σ' αυτά τα δύο: στην αγάπη προς το Θεό και στην αγάπη αναμεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγίους όλων των αιώνων. Πολύ καλά λοιπόν έχει λεχθεί από το Σωτήρα μας, ότι σ' αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και η διδασκαλία των προφητών. (Ματθ. 22, 40).
Όποιος αγαπάει το Θεό, δεν είναι δυνατό να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Και όσους ακόμα είναι υπόδουλοι στα πάθη τους, κι αυτούς τους αγαπάει σαν τον εαυτό του, και χαίρεται με

25 Απριλίου 2019

O «Ξένος» κατά τόν Ἰωάννη τό Χρυσόστομο


O «Ξένος» κατά τόν Ἰωάννη τό Χρυσόστομο  - Χριστιανική ηθική - Μάθημα Θρησκευτικων
O «Ξένος» κατά τόν Ἰωάννη τό Χρυσόστομο
της Εἰρήνης Ἀρτέμη Θεολόγου- Φιλολόγου
ΜΑ & PhD Θεολογίας


Τή Μεγάλη Παρασκευή κατά τήν περιφορά τοῦ Ἐπιταφίου ἀκούγονται τά παρακάτω λόγια, τά ὁποῖα ὁ βυζαντινός ὑμνογράφος Γεώργιος Ἀκροπολίτης τό 13ο αἰώνα συνέθεσε καί ἔβαλε στά χείλη τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας. Ὁ Ἰωσήφ ζητάει τό σῶμα τοῦ νεκροῦ Χριστοῦ, λέγοντας στόν Πιλάτο: «Δός μοι τοῦτον τόν ξένον, τόν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ. Δός μοι τοῦτον τόν ξένον, ὅν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον. Δός μοι τοῦτον τόν ξένον, ὅν ξενίζομαι βλέπων τοῦ θανάτου τόν ξένον. Δός μοι τοῦτον τόν ξένον, ὅστις οἶδε ξενίζειν τούς πτωχούς καί τούς ξένους. Δός μοι τοῦτον τόν ξένον, ὅν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ. Δός μοι τοῦτον τόν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὅς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τήν κεφαλήν ποῦ κλῖναι».
Εὔλογο ἐρώτημα γεννιέται στή σκέψη κάθε Χριστιανοῦ, γιατί ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας ἀποκαλεῖ ξένο τό Χριστό. Ὁ Χριστός ὡς ἄνθρωπος οἰκοποιήθηκε τήν ἀνθρώπινη φύση ἀλλά ἦταν ξένος πρός τήν ἁμαρτία. Ὁ Θεῖος Λόγος ἐνανθρωπίστηκε. Ἡ θεότητα ἑνώνεται μέ τήν ἀνθρώπινη φύση. Ἡ τελευταία, ὅμως, εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπό κάθε ρύπο ἁμαρτίας καί κάθε ροπή πρός αὐτήν. Ἄλλωστε ἡ ἁμαρτία τῆς ἀνθρώπινης φύσεως εἶναι συνέπεια τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων. Ὁ Θεῖος Λόγος ἑνώνεται μέ τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ἀναμάρτητον καί τήν ἀμόλυντον, ὅπως αὐτή δημιουργήθηκε ἀρχικά ἀπό τήν Ἁγία Τριάδα.
Ὁ Χριστός ἦρθε νά σώσει τούς ξένους ἀπό τήν ἀλύτρωτη ξενιτιά τους, προσέλαβε τή μορφή τους, πῆρε πάνω του τήν ξενιτεία τους καί σάν ξένος πολιτεύτηκε σέ αὐτό τόν κόσμο. Γεννήθηκε σέ ξένο τόπο,
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...