![]() |
| Η ηθική της εργασία |
Οι πρώτες
φάσεις της ευρωπαϊκής εκβιομηχάνισης, σύμφωνα με τον Bauman1,
χαρακτηρίστηκαν-μεταξύ άλλων-από μια ηθική σταυροφορία, η οποία στόχευε να
επιβάλλει την εργασία στους ανθρώπους και ιδιαίτερα σε εκείνο το μεγάλο κομμάτι
της νεωτερικής κοινωνίας που δεν διέθετε τίποτα άλλο παρά μόνο τα χέρια του,
ήτοι τους φτωχούς. Εντούτοις, η επιβολή της εργασίας δεν αφορούσε οποιαδήποτε
μορφή εργασίας γενικά, αλλά, εντελώς ειδικά και στοχευμένα, τη μισθωτή εργασία
της οποίας η παραγωγή ήταν απαραίτητη για την λειτουργία των συνεχώς τότε
αναδυόμενων εργοστασίων. Η ελευθερία, η δημιουργικότητα και η αυτονομία του
προνεωτερικού φτωχού εργάτη-τεχνίτη, από τη μία, δεν μπορούσε να συνδυαστεί με
τη ρουτινιάρικη, επαναληπτική, καταθλιπτική εργασία του εργοστασίου. Από την
άλλη, η κοινωνική νοηματοδότηση της παραδοσιακής εργασίας επέτρεπε σε αυτούς
που την ασκούσαν να είναι ικανοποιημένοι με αυτά που είχαν και απείχαν από το
νεωτερικό διακύβευμα του «πλέον έχειν»-γεγονός που, επίσης, δεν συμβάδιζε με
την ανακύπτουσα ιδεολογία της εποχής «ανάπτυξη για την ανάπτυξη». Ο φτωχός
εργάτης ή ο άπορος της προνεωτερικής περιόδου έπρεπε να αναμορφωθεί με τέτοιο
τρόπο από τους «πεφωτισμένους» μεταρρυθμιστές ώστε να υπακούσει στις εντολές
του νέου βιομηχανικού καθεστώτος. Αυτός ακριβώς ήταν και ο κύριος στόχος της
ηθικής της εργασίας: η πειθάρχηση των φτωχών διαμέσου μιας ηθικής υποχρέωσης
άμεσα συνυφασμένης και ταυτισμένης με την εργασία. Η ηθική της εργασίας συνίστατο
σε δύο εντολές. Πρώτον, ότι στη ζωή «δεν υπάρχουν δωρεάν γεύματα». Οι άνθρωποι
έπρεπε να προσφέρουν την εργασία τους σε αντάλλαγμα με τα αγαθά που χρειάζονταν
για να επιβιώσουν ή για να είναι ευτυχισμένοι. Ή με άλλα λόγια για να λάμβανες
κάτι το οποίο είχες ανάγκη, ώστε να παραμείνεις ζωντανός, όφειλες να δώσεις
κάτι που θεωρείται από τους άλλους άξιο προς πληρωμή. Διαφορετικά, είχες την
απόλυτη ελευθερία να πεθάνεις. Τα «δωρεάν γεύματα» ήταν κάτι κακό,
αναξιοπρεπές. Δεύτερον, ότι οι άνθρωποι δεν έπρεπε να είναι ποτέ ευχαριστημένοι
με αυτά που είχαν και όφειλαν να αγωνίζονται μονίμως και αδιαλείπτως για
περισσότερα. Ή με άλλα λόγια δεν ήταν ορθό-ήταν ηθικά επιβλαβές αλλά και
ανόητο-να είσαι ευχαριστημένος με αυτά που είχες. Η ανάπαυση και η τεμπελιά
ήταν καταστάσεις που ταίριαζαν σε αναξιοπρεπή όντα. Μέσω αυτών των δύο εντολών,
που αποτελούσε και τον σκληρό πυρήνα του κυρίαρχου λόγου της βιομηχανικής
περιόδου, η εργασία μεταπλάστηκε σε μία αξία από μόνη της, σε μία ευγενική και
εξευγενίζουσα δραστηριότητα ανεξάρτητα από τις συνθήκες της, του επιπέδου του
μισθού της, του είδους της. Όλοι μπορούσαν να είναι ηθικά ίσοι και απολύτως
χρήσιμοι στην κοινωνία. Στην πραγματικότητα η σταυροφορία της ηθικής της
εργασίας ήταν ένας αγώνας για έλεγχο και υποταγή της άπορης και φτωχής μερίδας
του πληθυσμού. Η εργοστασιακή σταδιοδρομία αποτελούσε την μόνη δυνατή οδό δια
της οποίας οι φτωχοί και οι καταφρονεμένοι μπορούσαν να συγκροτήσουν μια θετική
για την κοινωνία και για τους ίδιους ταυτότητα. Η μισθωτή εργασία υποκειμενοποιούσε,
χορηγούσε πιστοποιητικά ύπαρξης σε όποιον ακολουθούσε πειθήνια τους κανόνες της
εργοστασιακής ζωής. Εντούτοις, όλο το πρόγραμμα της ηθικής της εργασίας
προϋπέθετε ότι η προσφορά της εργασίας ήταν μεγαλύτερη από την ζήτηση ή
τουλάχιστον ότι υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις εργασίας για όλους. Καθώς, όμως, οι
θέσεις καλύπτονταν και η ηθική της εργασίας βρισκόταν στο απόγειο της
επιτυχίας, οι υποστηρικτές της τόνιζαν ότι ο κανόνας, ήτοι ότι όλα τα άτομα της
κοινωνίας οφείλουν να εργάζονται, πόρρω απέχει από το να εφαρμοστεί καθολικά
λόγω της έλλειψης μόνιμης απασχόλησης για όλους. Συνεπώς για την ρεαλιστική
εφαρμογή των επιταγών της ηθικής της εργασίας έπρεπε να προσφερθεί υποστήριξη
σε αυτούς που αποτυγχάνουν. Όπως χρειάζεται, επίσης, κατά την διάρκεια των
δύσκολων περιόδων του οικονομικού κύκλου, η φροντίδα των προσωρινών ανέργων και
η διατήρηση τους σε ετοιμότητα, ώστε «να συμπεριφερθούν ομαλά». Μέσα σε αυτές
τις συνθήκες, των πιέσεων της παραπαίουσας καπιταλιστικής οικονομίας από τη μία
-η οποία ήταν ανίκανη να αναδημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επιβίωσή της
χωρίς πολιτική βοήθεια-, και των πιέσεων της συνδικαλισμένης εργασίας που μόλις
είχε αρχίσει να αποκτά πολιτικό βάρος από την άλλη, η εμφάνιση του κράτους
πρόνοιας σε ένα συγκεκριμένο προχωρημένο στάδιο της σύγχρονης
κοινωνίας(βιομηχανικής, καπιταλιστικής, δημοκρατικής κοινωνίας της οικονομίας
της αγοράς) ήταν «επικαθορισμένη». Η σχέση της ιδέας που κόμιζε η έννοια του
κράτους πρόνοιας- ότι είναι καθήκον και δέσμευση του κράτους να εγγυηθεί την
πρόνοια όλων των υποκειμένων του- είχε και έχει μια διφορούμενη σχέση με την
ηθική της εργασίας. Από τη μία, το κράτος πρόνοιας συμβάδιζε με το ηθικό
πρόταγμα της εργασίας στο σημείο που διατηρούσε έναν εφεδρικό στρατό εργασίας
σε πλήρη ετοιμότητα και ταυτόχρονα διασφάλιζε την κοινωνική υγεία. Από την
άλλη, διακηρύσσοντας ότι ο αξιοπρεπής και έντιμος βίος θα πρέπει να
διασφαλιστεί ως δικαίωμα για όλες τις περιόδους και για όλα τα μέλη της
πολιτικής κοινωνίας, υπονόμευε την πιο ιερή αρχή της ηθικής της εργασίας.
Καθιστούσε το δικαίωμα στη αξιοπρεπή ζωή ζήτημα της ιδιότητας του πολίτη και
όχι ζήτημα οικονομικής απόδοσης. Αυτή μέχρι και σήμερα είναι η ρίζα των
διαφωνιών των θεωρητικών της κοινωνικής πολιτικής γύρω από το κοινωνικό
κράτος2. Παρά ταύτα η είσοδος του κράτους πρόνοιας στα προχωρημένα στάδια της
νεωτερικότητας συνάντησε την καθολική επιδοκιμασία όλων των πολιτικών δυνάμεων
και κυρίως των οπαδών της φιλελεύθερης οικονομίας και των σφοδρών κριτικών των
σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών, ιστορικό γεγονός που σήμερα ηχεί σαν ανέκδοτο. Ο
φόβος που προκαλούσαν η ανεργία και η οκνηρία έκοβε τα φτερά όλων, παρέλυε την
πρωτοβουλία τους και τους αποστερούσε το αναγκαίο κουράγιο για την αντιμετώπιση
κινδύνων και, κυρίως, ένας τέτοιος φόβος εύκολα μπορούσε να μετατραπεί σε
καθοριστικό παράγοντα «μη κανονικής συμπεριφοράς». Αυτό που δύο αιώνες
πετύχαινε η ηθική της εργασίας κινδύνευε να μετασχηματιστεί σε εφιάλτη. Η
επιθυμία των ανθρώπων για την μισθωτή εργασία ήταν, πλέον, κοινός τόπος. Το
πρόβλημα ήταν τι γίνεται όταν αυτή η επιθυμία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί ή όταν
αρχίζει να διαφαίνεται αυτή η μη ικανοποίηση και αναδύεται ο φόβος της
κοινωνικής ανασφάλειας. Οι θεωρητικοί και πολιτικοί του οικονομικού
φιλελευθερισμού έπρεπε να ξεμπερδεύουν με αυτόν τον φόβο. Το κράτος πρόνοιας θα
απελευθέρωνε τα άτομα από την ανάγκη της επιβίωσης, θα συνέβαλε στην
επαναεμπορευματοποίηση της εργασίας, θα προστάτευε την αρχή της κοινωνικής
ανισότητας μέσω του μετριασμού των περισσότερο εξοργιστικών και λιγότερο
ανεκτών εκδηλώσεων της και παράλληλα θα προωθούσε αυτήν την αρχή με το να
περιθωριοποιούνται εκείνοι που αποτύγχαναν να συμμετάσχουν στην αναπαραγωγή
της. Την αυγή του εικοστού αιώνα το κράτος πρόνοιας συμπύκνωνε, στην
οποιαδήποτε μορφή του, μια πολιτική και κοινωνική ομοφωνία υπέρ της αρχής της
συλλογικής ευθύνης για την ατομική αποτυχία ή κακοτυχία. Οι φτωχοί, οι άποροι,
οι καταφρονεμένοι, ήταν θύματα ενός ατελούς συστήματος ή δομικά παράγωγα ενός
«ελαττωματικού» καπιταλισμού που το κράτος πρόνοιας ερχόταν να προστατεύσει ή να
διορθώσει. Η ηθική της εργασίας επιβίωνε μέσα στα σπλάχνα του κοινωνικού
κράτους (το οποίο και καθόριζε σε ένα μεγάλο βαθμό) διαμορφώνοντας έναν από
τους κύριους ρόλους του: την διατήρηση των φτωχών σε πειθαρχική ετοιμότητα
διακηρύσσοντας την (εν δυνάμει) κοινωνική χρησιμότητα τους με καπιταλιστικούς
όρους. Η παραγωγή των παραγωγών που στόχευε η ηθική της εργασίας προστατευόταν
και επαναπροωθείτο από το κράτος πρόνοιας. Ωστόσο, στη φάση της δεύτερης
νεωτερικότητας την οποία διανύουμε (ή μετανεωτερικότητας ή ρευστής
νεωτερικότητας κατά Bauman) ο κύριος τρόπος με τον οποίο η κοινωνία πλάθει τα
μέλη της δεν καθορίζεται, πλέον, από την ανάγκη να εκπληρωθεί ο ρόλος του
παραγωγού αλλά αυτός του καταναλωτή. Τα μέλη της μετανεωτερικής κοινωνίας
συμπράττουν σε αυτήν, πρωτίστως, με την ικανότητα του καταναλωτή. Αυτή η
μεταστροφή, όμως, έχει συνέπεια μια τρομακτική διαφορά στην νοηματοδότηση της
εργασίας και συνακόλουθα στην ερμηνεία της φτώχειας.
Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Η κατανάλωση τοποθετεί την ατομική επιλογή ως την κατεξοχήν αξία στην οποία η καταναλωτική κοινωνία οφείλει την διαστρωμάτωση της. Το «επιλέγειν» ανάγεται σε κοινωνικό τόπο στον οποίο τα











