Γράφει ο Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης
«Αν
διαταχθείς να παρελάσεις: ‘εν, δυό’ ή να πυροβολήσεις: ‘μπανγκ,
μπανγκ’. Αυτή είναι η εκδήλωση της υψηλότερης σοφίας του διαφωτισμού. Η
ενότητα του Ζεν και του πολέμου επεκτείνεται στις απώτατες εκφάνσεις του
ιερού πολέμου που τώρα ξεκινάει»
Harada Daiun Sogaku, Ιάπωνας δάσκαλος του Ζεν, 1939
Ο Μπράιαν Βικτόρια, με την έκδοση του βιβλίου του «Zen at War»,
κάλεσε σε αυτοκριτική Βουδιστές δασκάλους (Zen Masters) για τη συνενοχή
και συμμετοχή των σχολών τους στον φανατισμό των Ιαπώνων κατά τη
διάρκεια του 2ου
Παγκοσμίου Πολέμου, με αποτέλεσμα πολλά μοναστήρια να ζητήσουν συγγνώμη
για τη δράση των προκατόχων τους. Ο Βικτόρια, Βουδιστής ιερέας ο ίδιος,
παρουσίασε εκτενώς τις διδαχές ενός από τους πιο γνωστούς δασκάλους του
Ζεν, του Daisetsu Teitaro Suzuki.
Ο Σουζούκι ήταν ένας από τους κύριους μεταλαμπαδευτές του Βουδισμού στη
Δύση, ή έστω μιας κουτσουρεμένης εικόνας του Βουδισμού, που δέχτηκαν
κάποιοι απογοητευμένοι από τις «δυτικές» θρησκείες για τη συνεισφορά
τους στη βία και τον πόλεμο, και στράφηκαν σε ένα σύστημα ιδεών (ο
Βουδισμός τυπικά δεν είναι θρησκεία) που φαίνεται να είναι πιο
εσωστρεφές και άρα λιγότερο πιθανό να οδηγήσει σε βίαιες συμπεριφορές.
Θα
δούμε όμως ότι ακόμα και ο Βουδισμός μπορεί να οδηγήσει σε βιαιοπραγίες
και ακρότητες, αν και, συγκριτικά με τις γνωστές μας μονοθεϊστικές
θρησκείες, χρειάζονται κάποιες εκλογικευτικές ταχυδακτυλουργίες για να
το πετύχει. Κι αυτό γιατί στον Βουδισμό δεν υπάρχει κάποιο ιερό κείμενο
που όλοι όσοι αυτοαποκαλούνται Βουδιστές πρέπει να διαβάσουν και να
αποδεχτούν, όπως η Βίβλος όπου, για παράδειγμα, ο Θεός καλεί τους
πιστούς του να εξολοθρεύσουν τους Χαναναίους για τη δικιά τους λύτρωση.

Ο Βουδισμός έγινε επίσημη θρησκεία της Ιαπωνίας κατά τον 17ο
αιώνα. Δύο αιώνες μετά, είχαν χτιστεί μισό εκατομμύριο ναοί σε μια χώρα
τρεις φορές σαν την Ελλάδα, και οι μοναχοί/ιερείς είχαν γίνει
αδιάσπαστο γρανάζι του φεουδαρχικού συστήματος. Λόγω της μεγάλης δύναμης
και επιρροής τους όμως (και την απειλή στην άρχουσα τάξη που αυτές
συνεπάγονται), με την εκκίνηση της εποχής Μέιζι επιχειρήθηκε η επαναφορά
του Σιντοϊσμού,
της παραδοσιακής θρησκείας της χώρας, με το κλείσιμο βουδιστικών ναών,
την επαναφορά μοναχών στη λαϊκή ζωή, και την καταστροφή αγαλμάτων. Για
να επιζήσει ο Βουδισμός αναγκάστηκε να γίνει μέρος του ανερχόμενου
ιμπεριαλιστικού προσανατολισμού που έπαιρνε η Ιαπωνία. Έτσι, σύμφωνα
πάντα με τον Βικτόρια, τον Βούδα αντικατέστησε ο Αυτοκράτορας, το Ντάρμα (ο κοσμικός νόμος και η τάξη στον Βουδισμό) αντικατέστησε η αφοσίωση στο κράτος και το Ιαπωνικό πνεύμα, και το Σάνγκα (η βουδιστική κοινότητα) αντικαταστάθηκε από το έθνος.
Έτσι, ο Ιαπωνικός εθνικισμός είχε από τη γέννησή του έναν πολύ χρήσιμο
σύμμαχο. Ο Σουζούκι έγραψε: «Η θρησκεία θα πρέπει πάνω απ’ όλα, να
αναζητεί την διατήρηση του κράτους». Σύμφωνα με έναν «στρατιώτη του
Ζεν»: «Με το να μην αναζητάς τίποτα απολύτως, πρέπει να απορρίψεις
εντελώς το νου και το σώμα, και να ενωθείς με τον αυτοκράτορα».
Η αλληλένδετη σχέση Βουδισμού και μιλιταρισμού φαίνεται ξεκάθαρα στην έννοια του Μπουσίντο («ο τρόπος του σαμουράι»), κάτι σαν την δυτική έννοια του «ιπποτισμού». Από τον 13ο
αιώνα, όπου ο Βουδισμός παρουσιάστηκε στην Ιαπωνία μέσω της Κορέας,
αμέσως συσχετίστηκε με την πολεμική τάξη των σαμουράι, και επί αιώνες,
Βουδιστές μοναχοί εκπαίδευαν τους σαμουράι στον διαλογισμό, διδάσκοντάς
τους αυτοσυγκέντρωση και αυξημένη δύναμη της θέλησης. Το σπαθί
χρησιμοποιούνταν ήδη σαν σύμβολο στον Βουδισμό, σαν εργαλείο για να
κοπεί το νήμα της αυταπάτης (του εαυτού, των υλικών αναγκών…), αλλά μέσω
του Μπουσίντο πήρε κυριολεκτική μορφή, ειδωλοποιήθηκε και λατρεύτηκε.
Για
τον Ρώσο-Ιαπωνικό πόλεμο του 1904-05 ο Σοέν, δάσκαλος του Σουζούκι,
είπε: «Στις παρούσες εχθρότητες όπου η Ιαπωνία έλαβε μέρος με μεγάλη
απροθυμία, χωρίς εγωιστικούς λόγους, επιζητά την καθυπόταξη εχθρών του
πολιτισμού, της ειρήνης και του διαφωτισμού». Στην πραγματικότητα η
Ιαπωνία εισέβαλε στη Ρωσία για λόγους συμφέροντος και καθόλου απρόθυμα.
Για τον Σοέν, η χώρα έκανε έναν «ιερό, δίκαιο πόλεμο», έναν «πόλεμο
ευσπλαχνίας» ενάντια στους εχθρούς του Βούδα. Ο πόλεμος ήταν «ένα
αναπόφευκτο βήμα της τελικής ολοκλήρωσης του διαφωτισμού».
Παρά την έλλειψη ενός κεντρικού κειμένου ή δόγματος, μια βασική αρχή του Βουδισμού θεωρείται από όλες τις σχολές του, η αρχή της απαγόρευσης του φόνου.
Το 1942 ο Σοέν έγραψε: «Είναι δίκαιο να τιμωρείς αυτούς που αναταράζουν
την δημόσια τάξη. Είτε κάποιος σκοτώνει είτε δεν σκοτώνει, η βασική
αρχή που απαγορεύει το φόνο, διατηρείται. Είναι η βασική αρχή της
απαγόρευσης του φόνου που κραδαίνει το σπαθί. Είναι η βασική αρχή που
ρίχνει την βόμβα.» Ένας άλλος δάσκαλος, ο Κόντο Σαγουάκι, είπε ότι
εφόσον ο φόνος γίνεται σε κατάσταση μη-σκέψης ή μη-εαυτού, τότε η πράξη
αυτή είναι μια έκφανση διαφωτισμού. Όχι σκέψη = όχι κάρμα.

Ο
Σουζούκι συνέχισε σε αυτό το μοτίβο, λέγοντας: «Οι στρατιώτες μας πρέπει
να θεωρούν τις δικές τους ζωές ελαφριές σαν πούπουλα χήνας, και το
χρέος τους βαρύ σαν το βουνό Ταϊσάν.» Αυτή η ποιητική μεταφορά θα
χρησιμοποιούνταν δογματικά στην στρατιωτική εκπαίδευση των καμικάζι,
οι οποίοι αναμένονταν να δεχτούν ότι οι ατομικές ζωές τους είναι
ασήμαντες εκτός αν δοθούν ολοκληρωτικά στον αυτοκράτορα. Και αν κάποιος
θεωρεί τη ζωή του ασήμαντη, πόσο πιθανό είναι να θεωρεί την ζωή του
εχθρού του σημαντική; Μπορεί οι βουδιστές μοναχοί να μην φορούσαν
στρατιωτικές στολές, αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι συμμετείχαν στην στρατιωτική
προσπάθεια του Χιροχίτο. Ο Σουζούκι έλεγε ότι ο Βουδισμός έβλεπε τη ζωή
και τον θάνατο αδιάφορα και ότι η απουσία σαφούς δόγματος τον έκανε
εύκαμπτο στο να προσαρμοστεί σε οποιοδήποτε φιλοσοφικό και ηθικό δόγμα,
αρκεί να διατηρηθεί αυτό που διαισθητικά φαίνεται να είναι η αλήθεια
του. Ο Βουδισμός μπορεί να «παντρευτεί με τον αναρχισμό ή τον φασισμό,
με τον κομμουνισμό ή την δημοκρατία, ή οποιοδήποτε πολιτικό ή οικονομικό
δόγμα».
Την ίδια στιγμή που ο ιαπωνικός στρατός έκανε τόσο ακραίες βιαιοπραγίες όπως η σφαγή του Νανκίνγκ,



