Αρχική σελίδα Ηθικά προβλήματα

12 Ιανουαρίου 2020

Από το άτομο στο ανθρώπινο πρόσωπο - Η συμβολή της πατερικής σκέψης στην υπέρβαση διλημμάτων της κοινωνικής πολιτικής



Από το άτομο στο ανθρώπινο πρόσωπο - Η συμβολή της πατερικής σκέψης στην υπέρβαση διλημμάτων της κοινωνικής πολιτικής - Μάθημα Θρησκευτικών και Χριστιανική Ηθική
Από το άτομο στο ανθρώπινο πρόσωπο
της Όλγας Στασινοπούλου

Το Ανθρώπινο Πρόσωπο - Τομή στην ατομοκεντρική κοινωνία. 


Διανύουμε μία περίοδο επικράτησης του ατομικισμού, του «εγώ» έναντι του «εμείς». Μία εποχή ειδωλολατρική με έκδηλο «φετιχισμό» όπου στα πράγματα αποδίδονται φανταστικές ιδιότητες κοινωνικών σχέσεων, ενώ οι ανθρώπινες σχέσεις «πραγμοποιούνται». 1

Η πολυσυζητημένη πλέον παγκοσμιοποίηση προσεγγίζεται μέσα από το πρίσμα της οικονομίας, όχι ως μορφή κοινωνικών σχέσεων, αλλά ως αυτονομημένη δύναμη, ως πράγματα και καταστάσεις που μας επιβάλλονται και καλούμαστε να διαχειριστούμε. Το δικαίωμα στην ευημερία προβάλλεται κυρίως ως δικαίωμα στην ελευθερία επιλογής του ατόμου στα πλαίσια ενός κυρίαρχου καταναλωτικού προτύπου Βιώνουμε την αποθέωση και συνάμα την αποστέωση του ατόμου και αυτό σηματοδοτεί ένα από τα πιο σοβαρά αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγηθεί ο σύγχρονος Δυτικός κόσμος με την αλαζονεία της τεχνολογικά εξοπλισμένης δύναμης άκρως εκκοσμικευμένων κοινωνιών των οποίων η άλλη όψη είναι η φυσική και ηθική εξαθλίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού του πλανήτη.

Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές: Καταστροφή του περιβάλλοντος και της οικολογικής ισορροπίας με τα συνακόλουθα «ακραία» φυσικά φαινόμενα, νέες μορφές πολέμου και κατάφωρη καταπάτηση ανθρωπίνων και κοινωνικών δικαιωμάτων, ουσιαστική κατάργηση του ατόμου ως υπαρκτής οντότητας, στο μεσουράνημα του ως γενικής και αφηρημένης κατηγορίας χρήσιμης για στατιστικές μελέτες και οικονομικά μεγέθη.

Η κοινωνική πολιτική καλείται να συμβάλλει στη διαχείριση αυτών των προβλημάτων, σε συνθήκες αποδόμησης του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, με συρρίκνωση της κρατικής παροχής και αποδυνάμωση των ανεπίσημων δικτύων-ροντίδας στον οικιακό χώρο και την τοπική κοινότητα.

Ωστόσο, ενάντια στην ζοφερή αυτή εικόνα υπάρχει ο αντί - λόγος, η αντί - στάση. Πηγάζει κυρίως από κάτω, από κοινωνικά κινήματα και πρωτοβουλίες πολιτών, αλλά, επίσης, προσωπικούς, άγνωστους αγώνες της καθημερινής ζωής.

Η καταναλωτική αντίληψη, ιδιαίτερα με αναφορά στη έκφραση, αναγνώριση και κάλυψη αναγκών και η καλλιέργεια παθητικών αντικειμένων των επιδοματικών πολιτικών αμφισβητούνται έντονα. Αντίστοιχα,
πληθαίνουν οι φωνές για την ανάδειξη ενεργών υποκειμένων, για την αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων εκείνων οι οποίοι παρέχουν φροντίδα και των αποδεκτών της, αλλά και των εξυπηρετούμενων καθώς ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο, αντί να στέκονται αλληλέγγυοι στην αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων.

Όταν φθάνουμε να διεκδικούμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αντί να την θεωρούμε αδιαπραγμάτευτο δεδομένο, είναι φανερό ότι το δυτικό Ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο αποκαλύπτει τα όριά του. Το ζητούμενο είναι πλέον όχι ένας εκσυγχρονισμός - ότι και αν σημαίνει αυτό-, αλλά η υπέρβαση της εδραιωμένης αντίληψης στην κοινωνική πολιτική στη βάση των κλασσικών αντιθετικών δίπολων: - ατομικό ή συλλογικό, ιδιωτικό ή δημόσιο.

Προφανώς κάτι τέτοιο δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα γεφύρωμα. Δεν βρίσκεται στην αντίπερα όχθη το άτομο από την συλλογικότητα ώστε να αναζητούμε τρόπους επανασύνδεσής τους. 2 Ήλθε ο καιρός να συζητήσουμε εκ νέου θεμελιώδεις έννοιες, να αναδείξουμε την αλήθεια της ανθρώπινης κοινωνίας, - την αλήθεια, δηλαδή την άρση της λήθης, την ανάδυση στο φως αυτού που πραγματικά είναι. Να αφαιρέσουμε το προσωπείο, το ψέμα της δήθεν παντοδύναμης, μαζικής και γι' αυτό απρόσωπης ατομικότητας και να αναδείξουμε το ανθρώπινο πρόσωπο σε όλη του την πληρότητα και την ομορφιά.


Πως κατανοούμε όμως το ανθρώπινο πρόσωπο και σε τι διαφέρει από το άτομο; 


Η Πατερική γραμματεία, ιδιαίτερα οι Καππαδόκες Πατέρες και ο 'Αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός 3 αντλώντας από την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, αλλά μέσα από την υπέρβαση που κάνει η ορθόδοξη θεολογία, ανέπτυξαν τα περί ανθρωπίνου προσώπου. Αφετηρία τους ήταν η προσέγγιση του Τριαδικού Θεού ως μιας ουσίας με τρεις υποστάσεις-πρόσωπα σε σχέση αγάπης. Ο μεταπτωτικός άνθρωπος, ο οποίος χάνει το καθ'ομοίωσιν αλλά παραμένει εικόνα Θεού, (έστω και αμαυρωμένη) δεν γεννιέται πρόσωπο αλλά μπορεί να γίνει, με ασκητικό φρόνημα. Αυτή τη δυνατότητα ουσιαστικά προς τη Θέωση, μας χάρισε ο εσταυρωμένος Χριστός. Γι' αυτό το πρόσωπο βιώνεται δυναμικά, ως πορεία από το κατ' εικόνα στο καθ'ομοίωσιν και οι 'Αγιοι είναι ζωντανά παραδείγματα προσώπων. Βεβαίως η διαφορά μεταξύ θείας και ανθρώπινης υποστάσεως είναι τεράστια, όπως είναι η διαφορά μεταξύ ακτίστου και κτιστής φύσης. 4 Στα πλαίσια της θεολογικής προσέγγισης, οι πατέρες θέτουν τα θεμέλια μιας οντολογίας του ανθρωπίνου προσώπου και ορθόδοξης ανθρωπολογίας που μας προσφέρει, ιδιαίτερα σήμερα, τα ερείσματα για την ποθούμενη υπέρβαση από τον ατομοκεντρισμό στη συλλογικότητα, χωρίς να χάνεται η αξία της ανθρώπινης μοναδικότητας.

Μία ολοκληρωμένη και βαθύτερη προσέγγιση προϋποθέτει πληρέστερη παρουσίαση της θεολογικής σκέψης περί προσώπου, κάτι το οποίο υπερβαίνει τις δυνατότητες της γράφουσας. Η παρούσα συμβολή αποτελεί ψηλάφισμα μιας άλλης αφετηρίας σκέψης η οποία μπορεί να συμβάλλει σε αναγκαίες υπερβάσεις στείρων και ξεπερασμένων αντιθέσεων στην κοινωνική πολιτική, με στόχο την αλληλεγγύη στην πράξη - όχι ως ηθική επιταγή ή κοινωνική αναγκαιότητα, αλλά ως συγκροτησιακό στοιχείο δρώντων υποκειμένων, ως γενεσιουργό σχέση της κοινωνικής συνοχής.

Σύγχρονοι μελετητές όπως ο Μητροπολίτης Περγάμου και πρώην Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Ιωάννης Ζηζιούλας, ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεος, οι καθηγητές Χρήστος Γιανναράς, και Στέλιος Ράμφος ο Βασίλειος Γιούλτσης, αναφέρουν τα κύρια γνωρίσματα του ανθρωπίνου προσώπου και την ειδοποιό διαφορά του από το άτομο.

Με τη λέξη πρόσωπο προσδιορίζουμε μία αναφορά και σχέση.

Δηλαδή το πρόσωπο δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την σχέση με τους άλλους, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως μία αποκομμένη ατομικότητα.

( προς - ώψ = ωπός, δηλ. όμμα, οφθαλμός, όψη. Έχω την όψη στραμμένη προς κάποιον ή σε κάτι). 5

Αυτή λοιπόν είναι κατ' αρχήν η ειδοποιός διαφορά του προσώπου από το άτομο: δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την σχέση - σχέση με το Δημιουργό του και με τους άλλους ανθρώπους, «κοινωνία αγάπης», μέσα από την οποία αποκτά αυτογνωσία και συνείδηση, που είναι μία καθαρά προσωπική ιδιότητα: Η ανώνυμη, ανθρώπινη, βιολογική ύπαρξη μεταμορφώνεται σε επώνυμη υπόσταση και γίνεται «πρόσωπο». Ο όρος νοείται πάντοτε στο πλαίσιο της «κατ'εικόνα Θεού» δημιουργίας και εκφράζει την οντολογική ανακαίνιση «εν Χριστώ δια του βαπτίσματος» του αναγεννηθέντος πιστού. ... Η ορθόδοξη θεολογική σκέψη, με αφετηρία τη διάκριση των προσώπων της Τριαδικής Θεότητας, προσδιόρισε ως ανθρώπινο πρόσωπο την ξεχωριστή και επώνυμη υπόσταση, αντίθετα από το ανώνυμο φυσικό άτομο. 6

Το άτομο είναι η βιολογική ύπαρξη, υποταγμένο στην απρόσωπη συλλογική αναγκαιότητα του είδους. Αντίθετα, κάθε πρόσωπο είναι μοναδικό, με τα ιδιαίτερα φυσικά και πνευματικά χαρακτηριστικά του, και γι' αυτό μία απόλυτη ετερότητα, αλλά και ένας τέλειος μικρόκοσμος, μια πληρότητα. Κάθε πρόσωπο, με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αποτελεί μία ανεπανάληπτη συγκεκριμένη ψυχοσωματική και πνευματική οντότητα.

•  Αυτή η ετερότητα, το ιδιάζον και ανεπανάληπτο του κάθε προσώπου δεν μπορεί να προσδιοριστεί με τρόπο αφηρημένο ως θεωρητική έννοια, αλλά μόνο να βιωθεί ως σχέση. Γνωρίζουμε τον άλλο στην ιδιαιτερότητά του μέσα από τη σχέση που βιώνουμε μαζί του (όπως και η πίστη εκφράζει πρωτίστως σχέση με το Δημιουργό μας).

Το πρόσωπο, ως σχέση και ως ετερότητα, βιώνει την ελευθερία η οποία ουσιαστικά πραγματώνεται στην αγάπη που είναι ο τρόπος άσκησης της ελευθερίας. Η κοινωνία των προσώπων είναι η βίωση όχι του περιορισμού, αλλά της ελευθερίας.

Υπάρχει επομένως σημαντική διαφορά ανάμεσα στο άτομο και το πρόσωπο, στην συλλογικότητα ως άθροισμα ατόμων και ως κοινωνία προσώπων. Γιατί το «κοινωνείν» είναι σχέση ανθρώπων με αυτογνωσία, σεβασμό, αναγνώριση της ετερότητας και άσκηση ελευθερίας μέσα από την αγάπη - ελευθερίας η οποία μπορεί να φθάσει μέχρι την υπέρβαση φυσικών περιορισμών και καταναγκασμών.

Ο Αβάς Δωρόθεος περιγράφει σε μία καταπληκτική στην απλότητα της σύλληψής της εικόνα, τη σχέση αγάπης των ανθρώπων μεταξύ τους και με το Θεό:

«Ας υποθέσουμε ότι ο κόσμος είναι ένας κύκλος, σαν χάραγμα γινωμένο με διαβήτη. Το κεντρικό σημείο του κύκλου είναι ο Θεός, οι δε ευθείες γραμμές που ξεκινούν από την περιφέρεια του κύκλου προς το κέντρο οι δρόμοι, δηλαδή οι τρόποι ζωής των ανθρώπων. Όσο προχωρούν οι άνθρωποι προς το κέντρο, προς τον Θεό, πλησιάζονται μεταξύ τους, και όσο πλησιάζονται, πλησιάζουν τον Θεό. Κατά τον ίδιο τρόπο εννοήστε και το χωρισμό. Όταν απομακρύνονται από το Θεό και βγαίνουν προς τα έξω, τόσο απομακρύνονται και μεταξύ τους, και όσο απομακρύνονται μεταξύ τους, τόσο απομακρύνονται από τον Θεό. Αυτή λοιπόν είναι η φύση της αγάπης.» 7

Η σχέση με το Θεό και η σχέση με τον συνάνθρωπο είναι άρρηκτα δεμένες στην πορεία προς το πρόσωπο. Τι θέση μπορεί να έχει μία τέτοια προσέγγιση στην εκκοσμικευμένη έννοια μιας κοινωνικής πολιτικής θεμελιωμένης στις αρχές του Ευρωπαϊκού διαφωτισμού; Ας το θέσουμε αλλιώς:

Μπορούμε να αξιοποιήσουμε την πατερική σκέψη περί ανθρωπίνου προσώπου για την υπέρβαση κλασσικών διλημμάτων στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής και αντιπαραθέσεων στο αξιακό της πλαίσιο, έξω από τη θεολογική οπτική;

Αν απαντήσουμε αρνητικά, τότε το όλο εγχείρημα σταματά εδώ, καθώς δηλώνουμε ότι μόνο μέσω της θεολογίας μπορούμε να αναζητήσουμε την αξία του προσώπου για την κοινωνική πολιτική. Αν απαντήσουμε θετικά, τότε απλά προσθέτουμε άλλη μια όψη του θέματος στις ήδη υπάρχουσες, οπότε εύλογα τίθεται το ερώτημα: αυτό συγκροτεί υπέρβαση;

Πιστεύουμε ότι η πατερική διδασκαλία περί ανθρωπίνου προσώπου μπορεί να συμβάλλει στις νέες αναζητήσεις, με την οικουμενικότητα και τη ρηξικέλευθη προσέγγισή της στην έννοια του «κοινωνικού». Η αξιοποίησή της δεν προϋποθέτει πίστη από την πλευρά του επιστήμονα, αλλά ούτε είναι δόκιμο να παραγκωνισθεί η θεολογική οπτική, καταλήγοντας έτσι σε μία λειψή, «κοινωνιολογίζουσα» κατασκευή. Το ζητούμενο είναι να γίνει με σεβασμό στα συγκεκριμένα γνωσιολογικά πλαίσια. 8

Σαν ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θέτουμε ερωτήματα σχετικά με τη συμβολή της πατερικής οπτικής περί ανθρωπίνου προσώπου στην υπέρβαση κυρίαρχων (ψευτο)διλημμάτων της νεωτερικής κοινωνικής πολιτικής.

 

Τα αντιθετικά «δίπολα» της νεωτερικής κοινωνικής πολιτικής.


Η κοινωνική πολιτική - τόσο ως εφαρμοζόμενη πολιτική όσο και ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης και ανάλυσης, προσεγγίζεται από διαφορετικές θεωρητικές και ιδεολογικές οπτικές. Κάποιες από αυτές κατέχουν κυρίαρχη θέση στη δημόσια συζήτηση, στις διαμάχες και τελικά στη χάραξη των επί μέρους πολιτικών. Η σοσιαλδημοκρατία και ο νεοφιλελευθερισμός, ως κύριοι μονομάχοι φαίνεται να θέτουν τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά η κριτική που έχει ασκηθεί από την αριστερά και τα κοινωνικά κινήματα - ιδίως το φεμινιστικό και το αντιρατσιστικό - έχει συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη και μεταρρύθμιση του ευρωπαϊκού μοντέλου. Ωστόσο, στη βάση των διαφορετικών επιχειρημάτων και τοποθετήσεων βρίσκεται ο προβληματισμός για το «ιδιωτικό» και το «δημόσιο», το «ατομικό» και το «συλλογικό».

Πως εννοιολογούνται και πώς οριοθετούνται; Ποιοι θεσμοί εντάσσονται σε αυτές τις σφαίρες; Με ποιες μορφές; Ποια είναι η σχέση μεταξύ τους; Διαχωρίζονται ή διαπλέκονται; Πως διαμορφώνεται η σχέση τους στα πλαίσια ενός σύγχρονου πλουραλισμού; Η κλασσική διαμάχη μεταξύ σοσιαλιστών και φιλελεύθερων αφορά τη σχέση κράτους και αγοράς, όπου το κράτος ταυτίζεται με τη δημόσια σφαίρα και τη συλλογική μορφή οργάνωσης, ενώ η αγορά με την ιδιωτική σφαίρα και την ατομική δράση.

Η κριτική που ασκεί η φεμινιστική σκέψη φωτίζει σε σημαντικό βαθμό τον έμφυλο τρόπο με τον οποίο ορίζεται και οριοθετείται η σφαίρα του ιδιωτικού διαχωρισμένη από το δημόσιο, αναδεικνύοντας την ποικίλη και ουσιαστική τους διαπλοκή. Ο οικιακός χώρος θεωρείται ο κατεξοχήν ιδιωτικός χώρος, αποκρύπτοντας τον χαρακτήρα του ως μορφή συλλογικής οργάνωσης, ενώ η εργασία η οποία επιτελείται μέσα σε αυτόν παραμένει αθέατη. Ωστόσο, η ταύτιση των γυναικών με τη φροντίδα την οποία παρέχουν στα πλαίσια της οικογένειας έχει σημαντικές επιπτώσεις για τα επαγγέλματα της φροντίδας στην αγορά και το δημόσιο τομέα 9, αλλά και για την έλλειψη κοινωνικής αναγνώρισης και επίσημης στήριξης των ανδρών ως φορέων ανεπίσημης φροντίδας.

Για τους νεοφιλελεύθερους, αλλά και για πολλούς υποστηρικτές του σοσιαλδημοκρατικού κοινωνικού μοντέλου το ιδιωτικό και το δημόσιο αποτελούν διακριτές σφαίρες παρέμβασης, ενώ το ατομικό και το συλλογικό διαφορετικές μορφές οργάνωσης και ευθύνης για την κάλυψη των αναγκών.

Το ζητούμενο και στις δύο περιπτώσεις είναι η σχέση τους, (π.χ. σχέση κράτους οικογένειας) ή το πέρασμα από το ένα στο άλλο (π.χ από το κράτος στην αγορά ) ή αντίστοιχα η συλλογική ρύθμιση με εξειδίκευση στο χρήστη, η ανάπτυξη συλλογικών μορφών παρέμβασης με σεβασμό στην ατομική ιδιαιτερότητα. Οι όροι «ιδιωτικοποίηση» και «αλληλεγγύη» αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της δυναμικής. Στην πρώτη περίπτωση αναφερόμαστε στη μετάθεση (με διάφορους τρόπους) κοινωνικών υπηρεσιών από την δημόσια-κρατική στην αγοραία μορφή, ή στην ανεπίσημη μορφή της κατ' οίκον φροντίδας από τους οικείους, ενώ στη δεύτερη επικαλούμαστε την επικράτηση της συλλογικής συνείδησης και αλληλοβοήθειας, έναντι της εγωιστικής και ανταγωνιστικής επιδίωξης του ατομικού συμφέροντος, αναζητώντας το γεφύρωμα του χάσματος ανάμεσα στο εγώ και το εμείς.

Το πραγματικό ζητούμενο όμως δε βρίσκεται τελικά στην αναζήτηση των διαπλοκών και των γεφυρωμάτων, αλλά στην υπέρβαση των δίπολων ως αντίθεσης, στην άρνηση του χαρακτήρα τους ως διλημμάτων. Εδώ ακριβώς τοποθετούμε ως εναλλακτική θεώρηση την πορεία από το άτομο στο πρόσωπο, από το «κοινόν» στην «κοινωνία προσώπων». Δεν πρόκειται για άλλη μία άσκηση επί χάρτου δημιουργίας αφηρημένων θεωρητικών κατασκευών, αλλά για ένα αληθινό οδοιπορικό, όπου συναντούμε τις κοινότητες των Ελλήνων, τους αγίους και τους ήρωες, επώνυμους αλλά και καθημερινούς, ανώνυμους ανθρώπους, οργανωμένες μορφές αλληλεγγύης και προσωπική προσφορά φροντίδας. Συγχρόνως, πέρα από τα σύνορα, η οικουμενικότητα αυτής της προσέγγισης μας επιτρέπει να αφουγκραζόμαστε την αγωνία και την ελπίδα ενός ολόκληρου κόσμου. Είναι αυτή η αγωνία και η ελπίδα που μετατρέπει το ζητούμενο μιας αποτελεσματικής κοινωνικής πολιτικής από γραφειοκρατική δεξιότητα, στάθμιση κόστους-ωφέλους και αναμέτρηση συμφερόντων σε θεμελίωση της κοινωνικής συνοχής επάνω στην αναγνώριση και το σεβασμό και στο «ευ - ζην» ως ανθρώπινη κατάσταση που πρέπει να ανασύρουμε από τη λήθη. Σε αυτό το οδοιπορικό το ανθρώπινο πρόσωπο συναντά την «άλλη» κοινωνική πολιτική.



Από τη δομή στη σχέση - Αναζητήσεις μιας «άλλης» κοινωνικής πολιτικής. 


Η σύγχρονη κοινωνική πολιτική εστιάζεται κατά κύριο λόγο σε αλλαγές στην οργάνωση, τη δομή και τη λειτουργία του κράτους πρόνοιας, σε συνάρτηση - ή αντιπαράθεση με την αγορά. Παρόλη την έμφαση η οποία έχει κατά καιρούς δοθεί σε μία σύγχρονη πλουραλιστική προσέγγιση, το κέντρο βάρους των καθιερωμένων προσεγγίσεων δεν έχει σημαντικά μετατοπισθεί από το κράτος ως κυρίαρχο φορέα. Αν και έχει μελετηθεί η συμβολή της οικογένειας και του εθελοντικού χώρου στην κάλυψη ιδίως με αναφορά σε μικτές μορφές παροχής κοινωνικής φροντίδας, το κύριο ζητούμενο εξακολουθεί να είναι η σχέση ιδιωτικού - δημόσιου, όπου το ιδιωτικό ταυτίζεται με την αγορά και το δημόσιο με το κράτος. 10

Η δομική οπτική επικρατεί και εκφράζεται με όρους κατά κύριο λόγο οικονομικούς, στη βάση της αυτονόμησης της οικονομίας από την πολιτική.

Ήδη από τη δεκαετία του 1980 κυριαρχεί ο προβληματισμός για τη συγκράτηση των δαπανών, την αναδιάρθρωση των προσφερόμενων κοινωνικών υπηρεσιών μέσα από μία μετατόπιση προς τον ιδιωτικό τομέα και την αναγκαιότητα υιοθέτησης κατάλληλων τεχνικών μάνατζμεντ στον κοινωνικό τομέα.

Η αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής και οι διάφορες όψεις του κοινωνικού αποκλεισμού ξορκίζονται ως καινοφανείς δαίμονες με την επίκληση της αλληλεγγύης 11 - μιας έννοιας που χρησιμοποιείται ευρέως αβασάνιστα. Παρ΄ όλο που κανείς δεν φαίνεται να αμφισβητεί την αξία της, οι προϋποθέσεις επίτευξής της στην πράξη δεν έχουν μέχρι τώρα αποτελέσει σοβαρό αντικείμενο επιστημονικής ανάλυσης και έρευνας. Συγχρόνως, βλέπουμε ότι ο κυρίαρχος λόγος στην κοινωνική πολιτική, είναι έντονα επηρεασμένος από τη γλώσσα και τις αγοραίες σχέσεις. Μιλούμε για «πελάτες»των κοινωνικών υπηρεσιών, για τη σημασία του «κοινωνικού κεφαλαίου» στην προώθηση της «κοινωνικής οικονομίας», ως συνδυασμού της ανταγωνιστικότητας της αγοράς με τους κοινωνικούς στόχους του τρίτου τομέα.

Όλα αυτά διαμορφώνουν σε ένα πρώτο επίπεδο άμεσης και καθημερινής εμπειρίας την αντίληψή μας για την κοινωνική πολιτική. Εκείνη που βιώνουμε, εκείνη που ο δημόσιος λόγος συνδέει με τα δεδομένα οικονομικά και πολιτικά πλαίσια της επιβαλλόμενης εκδοχής της παγκοσμιοποίησης, των αλλαγών στις χωροχρονικές σταθερές του μέχρι τώρα βίου μας, και μιας σιωπηλής «εκ των έσω» εκτόπισης του προβληματισμού για ζητήματα αξιών και στόχων. Το εφικτό και όχι το δέον φαίνεται να καθοδηγεί τις επιλογές μας.

Πράγματι, σε σχέση με την κοινωνική πολιτική γίνεται πολύ κουβέντα, σε ημερίδες και συνέδρια, σε παρουσιάσεις στα ΜΜΕ και στον τύπο, σε γραπτά επιστημονικά έργα, για τα προβλήματα που πρέπει να διαχειριστούμε, για τους νέους τρόπους αντιμετώπισής τους με λιγότερο κόστος, για την ανάγκη ορθολογικού και επιστημονικά ενημερωμένου σχεδιασμού των αναπόφευκτων αλλαγών σε νευραλγικούς τομείς όπως είναι η κοινωνική ασφάλιση και η υγεία.

Εκείνο που δεν τίθεται πλέον επί τάπητος είναι το πλαίσιο αξιών μέσα στο οποίο διεξάγεται η συζήτηση για την αναδιάρθρωση της κοινωνικής πολιτικής. Το φαινομενικά απλό ερώτημα: «Ποιοι πρέπει να είναι οι στόχοι μιας σύγχρονης κοινωνικής πολιτική»; Θα ξάφνιαζε πολλούς από εμάς - ειδικούς και μη. Θεωρούμε ότι η απάντηση έχει ήδη δοθεί και αποφασισθεί; Πόσο μάλλον πιο σύνθετα ερωτήματα του τύπου: Στη βάση ποιων αρχών, ποιας ιεράρχησης αναγκών σχεδιάζουμε και αποφασίζουμε το ένα μέτρο και όχι το άλλο; Για ποια κοινωνία, από ποιους και για ποιους θεσπίζονται οι επί μέρους πολιτικές οι οποίες συγκροτούν την κοινωνική πολιτική; Πως κατανοούμε την πολυπολιτισμικότητα σε συνάρτηση με την εξειδίκευση των κοινωνικών υπηρεσιών στο χρήστη όταν την ίδια στιγμή ομογενοποιούμε πληθυσμούς σε απρόσωπες κατηγορίες για τους σκοπούς της εφαρμογής πολιτικών;

Τα παραπάνω ερωτήματα μας εισάγουν σε μία άλλη διάσταση από εκείνη της δομικής οπτικής: Στις κοινωνικές σχέσεις της κοινωνικής πολιτικής - τις σχέσεις κοινωνικής κατανομής και επιβολής ισχύος, αλλά, επίσης, σεβασμού, αλληλεξάρτησης και αναγνώρισης.

Υπάρχει ένας άλλος κόσμος της κοινωνικής πολιτικής, πέρα από τους υπολογισμούς κόστους-οφέλους, τις τεχνοκρατικές προσεγγίσεις του μάνατζμεντ και της παροχής υπηρεσιών. Υπάρχει μία άλλη οπτική, η οποία αν και δεν κυριαρχεί, δηλώνει παρούσα με αύξουσα συχνότητα, αρθρώνοντας συγχρόνως έναν άλλο λόγο, για τις ανθρώπινες ανάγκες, τους τρόπους και τη φιλοσοφία ικανοποίησής τους. Αυτός ο λόγος εκφέρεται από τα νέα κοινωνικά κινήματα των χρηστών των υπηρεσιών, με ενεργή παρουσία από το χώρο της αναπηρίας, της ψυχικής υγείας, των αστέγων, των προσφύγων και των μεταναστών. Τον αφουγκράζεται ένα κομμάτι της διανόησης, σε όλο το φάσμα πολιτικών ιδεολογιών, μεταγγίζοντας έτσι τις κλασσικές, καθιερωμένες συζητήσεις περί κοινωνικής πολιτικής με νέο αίμα, σε αναζήτηση υπερβάσεων των κλασσικών και φθαρμένων πια (ψευτο)διλημμάτων που κυριάρχησαν για δεκαετίες στην ευρωπαϊκή, δυτικότροπη οπτική της.

Η Fiona Williams συμπυκνώνει αυτές τις αναζητήσεις σε ένα σύνολο «αρχών αναγνώρισης και σεβασμού». Θέματα αιχμής, όπως η εξάρτηση από τις προνοιακές παροχές, ή τους ανεπίσημους φορείς φροντίδας, η συγκρότηση ιδιαίτερης κοινωνικής ταυτότητας, η ανάγκη άσκησης κοινωνικής πολιτικής πέρα από τα εθνικά σύνορα και η έλλειψη δυνατότητας να ακουστούν οι άνθρωποι, να αναγνωριστούν ανάγκες σε ατομική και συλλογική βάση, εμπνέουν τις νέες αυτές αρχές. Για πρώτη φορά ο σεβασμός και η ακεραιότητα του σώματος, τα συναισθήματα, αλλά και ο χρόνος ανάγονται σε κύριες συνιστώσες της κοινωνικής πολιτικής. Στη θέση της συζήτησης περί εξάρτησης ή ανεξαρτησίας από ένα κράτος πρόνοιας, τίθεται η αποδοχή της αλληλεξάρτησης ως καθολική πραγματικότητα και της φροντίδας ως γενικευμένη σχέση και εμπειρία στη διάρκεια του βίου όλων των ανθρώπων. 12

Πληθυσμοί με διαφορετικές ιστορικές, πολιτισμικές καταβολές όπως οι Ευρωπαίοι κοινωνικά αποκλεισμένοι, οι Ζαπατίστας του Μεξικού 13, οι Ιρακινοί και Λιβανέζοι, αλλά και το ανώνυμο πλήθος των σύγχρονων μεγαλουπόλεων που δεν συγκροτεί «κοινωνική ευπάθεια» εγείρουν ως καθολικό αίτημα το σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Παράλληλα, έννοιες οι οποίες συνδέθηκαν αδιάσπαστα με την κυρίαρχη οπτική του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, κατανοούνται ως συγκεκριμένες - ιστορικά και πολιτισμικά - κοινωνικές κατασκευές. Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί η κοινωνία των πολιτών. Σε χώρες με ισλαμική παράδοση συγκροτείται ως χώρος αντίστασης ενάντια σε ένα κράτος που ζητά να επιβάλλει την εκκοσμίκευση.

Στην Ιαπωνία και την Κορέα κοινωνικοί ανθρωπολόγοι αναζητούν το δόκιμο όρο που θα αποδίδει στη γλώσσα τους την έννοια της κοινωνίας των πολιτών, προσαρμοσμένη στη δική τους συγκεκριμένη πολιτισμική πραγματικότητα. 14

Και στις δύο περιπτώσεις το μήνυμα είναι σαφές: Η Δύση δεν μπορεί να μονοπωλεί την εννοιολόγηση της κοινωνίας των πολιτών.

Αναμφισβήτητα τέτοιες εξελίξεις απαιτούν ανάλυση και αναστοχασμό, αναδεικνύουν όμως και την οικουμενικότητα των ανθρωπίνων αναγκών, επαναφέροντας στο προσκήνιο οντολογικά ζητήματα, καθώς και την ανάγκη κατανόησης της αλληλεπίδρασης πίστης και κοινωνικής πολιτικής. Όσοι έχουμε προσεγγίσει πληθυσμούς με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές και πίστη, είτε ως ερευνητές είτε ως επαγγελματίες, γνωρίζουμε ότι η πίστη, και η θρησκεία επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό το εύρος και τα όρια των παρεμβάσεων σε τομείς όπως η υγεία, η κοινωνική προστασία, η εργασία, η παιδεία. Είναι φυσικό λοιπόν να απορεί κανείς για την περιορισμένη επιστημονική ενασχόληση με αυτό το θέμα, ή την επικέντρωσή της - όπου υπάρχει - σε πρακτικές παροχής υπηρεσιών, παραγκωνίζοντας ζητήματα αξιών και οντολογικού πλαισίου. Η διερεύνηση της κοινωνικής πολιτικής σε κοινωνίες πέρα από τις Δυτικο-ευρωπαϊκές ανεπτυγμένες χώρες ανασύρει από τη λήθη άλλες εικόνες, και θεσμούς, που είχαν δει να διαγράφονται με ιδεολογική μονομέρεια, ή να σπρώχνονται στη σκιά μαζί με πτυχές της ιστορίας και του πολιτισμού τους.

Στην κοινωνική πολιτική της χώρας μας τέτοια ζητήματα δεν είχαν μέχρι πρόσφατα προσελκύσει το ερευνητικό ενδιαφέρον της πολιτείας αλλά και της εκκλησίας. Παρ' όλο που η Ορθόδοξη άποψη για τη σχέση επιστημονικού και θεολογικού λόγου δεν εμποδίζει εκ προοιμίου την προώθηση μιας γόνιμης συνύπαρξης, η ευρύτερη αξιοποίηση της Πατερικής γραμματείας παραμένει ένα ζητούμενο. Το ίδιο ισχύει για την προοπτική σύμπραξης σε κοινή έρευνα θεολόγων και κοινωνικών επιστημόνων.

Ο σύγχρονος ελληνικός λόγος για την κοινωνική πολιτική εκφέρεται ουσιαστικά από τη δεκαετία του ‘90 με έμφαση στη δομική συγκρότησή της σε ορισμένους τομείς, όπως η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία και η πρόνοια. Μέσα από αξιόλογα έργα μελετώνται περισσότερο οι πολιτικές του οριακού Ελληνικού Κράτους Πρόνοιας, στο φως μάλιστα της επιρροής διεθνών οργανισμών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λιγότερο το αξιακό - ιδεολογικό πλαίσιο. Υπάρχει επίσης κενό αναφορικά με θεσμούς που έχουν παίξει (και εξακολουθούν να παίζουν) καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση και την εφαρμογή της Ελληνικής κοινωνικής πολιτικής, όπως η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι εθελοντικοί φορείς.

Εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν, σε ιστορικές μελέτες που αναδεικνύουν όψεις της ελληνικής κοινωνικής πολιτικής με νέους προβληματισμούς. 15 Ένα παράδειγμα ολοκληρωμένης προσέγγισης αποτελεί το έργο της κοινωνιολόγου Λουκίας Μουσούρου για την οικογένεια και την οικογενειακή πολιτική, στο οποίο συναρτά την «κρίση της οικογένειας» με την «κρίση του προσώπου». Στην πορεία από το άτομο στο πρόσωπο το ζητούμενο είναι η διαρκής ενδυνάμωση και επιβεβαίωση αρετών απαραίτητων προκειμένου να εξασφαλιστεί η λεπτή ισορροπία μεταξύ κοινωνικών και προσωπικών σχέσεων. Αρετές, οι οποίες αποκτώνται με κόπο, όπως η ανοχή, η ειλικρίνεια, η γενναιοδωρία, η υπομονή, η σταθερότητα, η αλληλεγγύη και η πρόθυμη συμπαράσταση. Η αποτυχία αυτής της διαρκούς προσπάθειας συγκροτεί την κρίση του προσώπου, με σοβαρές επιπτώσεις για την οικογένεια και την ευρύτερη κοινωνία. 16 Θεωρούμε ότι μία οικογενειακή πολιτική η οποία προσεγγίζει την οικογένεια ως «κοινωνία προσώπων» οφείλει να στοχεύει στη στήριξη αυτής της προσπάθειας.

Συνοψίζοντας, το παρόν κείμενο θέτει προς διερεύνηση την άποψη ότι η Πατερική οπτική του ανθρωπίνου προσώπου προσφέρει τη δυνατότητα υπέρβασης κλασσικών διλημμάτων που χαρακτηρίζουν την κρατούσα άποψη για την κοινωνική πολιτική. Τα διλήμματα αυτά έχουν λειτουργήσει φετιχιστικά ως αντιθετικά δίπολα: ιδιωτικό ή δημόσιο; Ατομικό ή συλλογικό; Αποκρύπτεται έτσι η ουσία της ανθρώπινης αγωνίας για την υπέρβαση των διαχωρισμών, ιδιαίτερα όσων βιώνουν την κοινωνική πολιτική ως εξουσιαστική επιβολή στο σώμα και την ψυχή τους, σε ένα σπαρασσόμενο κόσμο κοινωνιών άλλων με Θεό και άλλων άκρως εκκοσμικευμένων.

Αυτός ο κόσμος αναζητά σήμερα μίαν άλλη κοινωνική πολιτική, εκφράζοντας σε επίπεδο καθημερινών βιωμάτων φόβους και ελπίδες, τις οποίες συχνά εκείνοι (και εκείνες) που μονοπωλούν τη δύναμη λήψης αποφάσεων καπηλεύονται, προς όφελος δικό τους ή της ομάδας στην οποία δηλώνουν υποταγή. Ωστόσο, το καθολικό αίτημα είναι η δυνατότητα έκφρασης αναγκών και η αναζήτηση τρόπων ικανοποίησής τους όχι μίζερα, ευκαιριακά και αποσπασματικά, αλλά ολοκληρωμένα, σε μια ανοδική πορεία ουσιαστικής απελευθέρωσης του ανθρώπου ως πρόσωπο. 17



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Η έννοια του φετιχισμού κατέχει κεντρική θέση στην κριτική της καπιταλιστικής κοινωνίας από τον Μάρξ. Όπως εξηγεί ο John Holloway : Η θεματική της «απανθρωποποίησης» επανέρχεται διαρκώς στις μαρξικές αναλύσεις στο Κεφάλαιο και αλλού. Στον καπιταλισμό λαμβάνει χώρα μια αντιστροφή της σχέσης μεταξύ ανθρώπων και πραγμάτων, μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου.....Τα πράγματα (χρήμα, κεφάλαιο, μηχανές) γίνονται τα υποκείμενα της κοινωνίας ενώ οι άνθρωποι (εργάτες) γίνονται τα αντικείμενα. Οι κοινωνικές σχέσεις δεν είναι μόνο φαινομενικά αλλά και πραγματικά, σχέσεις μεταξύ πραγμάτων(μεταξύ του χρήματος και του κράτους, μεταξύ των δικών σου χρημάτων και των δικών μου), ενώ οι άνθρωποι στερούνται την κοινωνικότητά τους, μετασχηματίζονται σε «άτομα», το αναγκαίο συμπλήρωμα της εμπορευματικής συναλλαγής. (J. Holloway (2006) Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία - το νόημα της επανάστασης σήμερα. Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, σ.116)

2 Στην κλασσική κοινωνιολογία το πρόβλημα περάσματος από την άπειρη ποικιλομορφία των ατόμων στο κοινωνικό σύνολο και η αναζήτηση νόμων που διέπουν την κοινωνία χωρίς αυτό να καταλύει την ελευθερία βούλησης των μελών της αντιμετωπίσθηκε με την υιοθέτηση του νόμου των πιθανοτήτων στο κοινωνικό πεδίο και την ανάπτυξη στατιστικών μεθόδων. Βλ. σχετικά
F. Ewald Η Ιστορία του Κράτους Πρόνοιας, Gutenberg, 2003

3 Σημαντική επάνω σε αυτό το θέμα είναι επίσης η θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (ιδιαίτερα στον αγώνα του ενάντια στον Βαρλαάμ), ο οποίος χρησιμοποιεί περισσότερο τον όρο «υπόσταση»\, αντί του όρου «πρόσωπο» Για μία συνοπτική παρουσίαση της περί προσώπου διδασκαλίας κατά τον Αγ. Γρηγόριο τον Παλαμά, βλ. Μητροπολιτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιεροθέου Μεταξύ δύο Αιώνων, 2000, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), Λεβαδειά.

4 Βλ. σχετικά αναφορά στον 'Αγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, στο ίδιο βιβλίο, σελ.245

5 Σχετικά με την ετυμηγορία της λέξης πρόσωπο και τη σημασία της σχέσης ως προσδιοριστικού παράγοντα του προσώπου, καθώς και τα άλλα γνωρίσματα, βλ. Χρήστου Γιανναρά Το Πρόσωπο και ο Έρως, 1987 εκδόσεις Δόμος, Αθήνα

6 Βασίλειος Γιούλτσης Η άλλη Θέαση του Κοινωνικού, εκδόσεις «Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ», 2005, Θεσσαλονίκη, σ.23. Στο ίδιο βιβλίο βλ. επίσης για μία συνοπτική συζήτηση των διαφορών μεταξύ ατόμου και προσώπου.

7 Αββά Δωροθέου, Έργα Ασκητικά, Εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ», Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 1993, σ.203

8 Η γράφουσα έχει την εντύπωση ότι τα εμπόδια σε μία τέτοια προοπτική δεν τίθενται από τη φύση και το περιεχόμενο της Πατερικής σκέψης που έχει πλούσια κοινωνική διάσταση, αλλά από τις ιδεολογικές αγκυλώσεις μέρους της σύγχρονης Ελληνικής διανόησης στο χώρο των κοινωνικών επιστημών.

9 σε αυτά τα επαγγέλματα ( νοσηλευτική, κοινωνική εργασία και άλλα στο χώρο των προσωπικών κοινωνικών υπηρεσιών) απασχολούνται κατεξοχήν γυναίκες, (γιατί θεωρούνται πιο κατάλληλες ως «φυσικοί φορείς φροντίδας») με διαφορετικές συνθήκες εργασίας, αμοιβών και προοπτικές επαγγελματικής ανέλιξης. Αν και πρόσφατα αυτή η κατάσταση αρχίσει να διαφοροποιείται, η αποκαλούμενη «γυναικοποίηση» των επαγγελμάτων φροντίδας εξακολουθεί να είναι έκδηλη.

10 Οι μικτές μορφές παρέμβασης αναπτύχθηκαν στα πλαίσια ενός «νέου πλουραλισμού» στην κοινωνική πολιτική. Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της Βιέννης ανέπτυξε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 την συστημικού χαρακτήρα θεωρία του προνοιακού μίγματος, η οποία έχει έκτοτε υιοθετηθεί ευρέως σε επίπεδο εθνικών κρατών και ευρωπαϊκής ένωσης. Για μία εκτενή κριτική παρουσίαση και βιβλιογραφία επάνω στην πλουραλιστική προσέγγιση βλ. Όλγα Στασινοπούλου (1996) Ζητήματα Σύγχρονης Κοινωνικής Πολιτικής - Από το Κράτος Πρόνοιας στο «Νέο» Προνοιακό Πλουραλισμό, Gutenberg, Αθήνα.

11 Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η υιοθέτηση στη χώρα μας του όρου «αλληλεγγύη» αντί του όρου «πρόνοια» από τα μέσα του 1990, τόσο σε σχετικά νομοθετήματα, όσο και στην ίδια την ονομασία του αρμόδιου Υπουργείου. Επικοινωνιακά ο όρος «αλληλεγγύη» παραπέμπει σε συνειρμούς θετικού χαρακτήρα σε μία χώρα όπου από τον 19 ο αιώνα ο όρος «πρόνοια» έχει συνδεθεί με αρνητικές μνήμες εφαρμογής ενός υπολειμματικού μοντέλου κρατικής αρωγής με συχνό υποβιβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και επιβολή ταξικών προτύπων ηθικολογίας. Γνωρίζουμε βέβαια από τεκμηριωμένες μελέτες ότι αυτή η έννοια της πρόνοιας είναι ξένη προς την ορθόδοξη παράδοση που ίδρυσε μια «Βασιλειάδα» Βλ. σχετικά Πέτρος Σταθόπουλος (1995) Κοινωνική Πρόνοια, εκδόσεις Έλλην, Αθήνα

12F. Williams (2007), Αρχές Αναγνώρισης και Σεβασμού στο G. Lewis.. ( κ.ά) (επιμ.) Κοινωνική Πολιτική, μια 'Αλλη Προσέγγιση. Gutenberg, 2007, σ. 417.

13 οι Ζαπατίστας, μία φυλή γηγενών του Μεξικού, αποφάσισαν να βγουν από την απομόνωσή τους και να δηλώσουν στον κόσμο τις συνθήκες καταρράκωσης και ευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στις οποίες είχαν υποβιβαστεί από το καθεστώς εξουσίας. Τα συνθήματά στις πορείες τους και μέσα από το διαδίκτυο, «αξιοπρέπεια» και «περπατάμε ρωτώντας» τα οποία συνδέονται με τις παραδόσεις και την όλη κοσμοαντίληψή τους θεωρούμε ότι ανοίγουν ένα ακόμα παράθυρο στο νέο τοπίο της παγκόσμιας κοινωνικής πολιτικής. Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι Έλληνες ήταν από τους πρώτους που επισκέφθηκαν και στήριξαν έμπρακτα αυτούς τους ανθρώπους, μεταξύ άλλων χτίζοντας σχολείο και αναπτύσσοντας αμοιβαίες σχέσεις σεβασμού της ετερότητας.

14 Για μία σφαιρική προσέγγιση στη σύγχρονη έννοια της κοινωνίας των πολιτών, βλ. John Kean, 1998 Civil Society - Old Images, New Visions, Polity Press. Το θέμα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σήμερα για την κοινωνική πολιτική, διότι μέρος των προτάσεων ανασυγκρότησης του κράτους πρόνοιας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης δίνουν κεντρικό ρόλο στην κοινωνία των πολιτών, σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, εμπλέκοντας έτσι και όψεις του λεγόμενου «τρίτου τομέα», ιδίως τους ΜΚΥΟ και τα κοινωνικά δίκτυα. Για μία κριτική προσέγγιση των διαφορετικών ορισμών ως εργαλείου πολιτικής στην προώθηση της κοινωνικής οικονομίας βλ. Ο. Στασινοπούλου, Από τον Τρίτο Τομέα στην Παγκόσμια Κοινωνία των Πολιτών - Η σημασία των Ορισμών, στο Α. Φραγκούλη..κ.ά (επιμ.) Οι Κοινωνικές Επιχειρήσεις στην Ψυχική Υγεία. ΠΕΨΑΕΕ, Ινστιτούτο Έρευνας και Εφαρμογής Προγραμμάτων Ψυχικής Υγείας, Χανιά 2006.

15 Ενδεικτικά αναφέρουμε το έργα της Μαρίας Κορασίδου Οι 'Αθλιοι των Αθηνών και οι Θεραπευτές τους, Gutenberg 2005, Αθήνα, για την οργανωμένη φιλανθρωπία στην Αθήνα κατά τον 19 ο αιώνα, και του Πέτρου Σταθόπουλου Κοινωνική Πρόνοια Έλλην 2005, στο οποίο γίνεται εκτενής αναφορά στο ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας και στην Πρόνοια στο Βυζάντιο.

16 Λ. Μουσούρου (2005) Οικογένεια και Οικογενειακή Πολιτική, Gutenberg, Αθήνα., σ.σ.191-193.

17 Στο βιβλίο τους για μία σύγχρονη θεωρία αναγκών οι Doyal και Gough θέτουν ως στόχο όχι απλά την ικανοποίηση, αλλά την βελτιστοποίηση των ανθρώπινων αναγκών σε μία ανοδική πορεία ανθρώπινης απελευθέρωσης, με την πολιτική και φιλοσοφική έννοια. L. Doyal, I. Gough, (1991) A Theory of Human Need, MacMillan

***

Βιβλιογραφία

Αναστάσιος (Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας), (2000) - Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, Εκδόσεις Ακρίτας, Ν. Σμύρνη.

Ιερόθεος Βλάχος, Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, (1997) - Το πρόσωπο στην Ορθόδοξη παράδοση, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου, (Γ΄ έκδοση).

Ιερόθεος Βλάχος, Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου (2000) - Μεταξύ δύο Αιώνων, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγία), Λεβαδειά.

Β. Γιούλτσης (2005) - Η άλλη Θέαση του Κοινωνικού Εκδόσεις«Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ», Θεσσαλονίκη.

Χρ. Γιανναράς - Το πρόσωπο και ο έρως εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1976.

J. Clark, (2003), Worlds Apart - Civil Society and the Battle for Ethical Globalization . Earthscan, London.

L. Doyal & I.Gough, (1991)- A Theory of Human Need, MacMillan London.

Αββά Δωροθέου (1883) - Έργα Ασκητικά, εκδόσεις «Ετοιμασία» Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Καρέας.

L. Doyal, I. Gough, (1991) - A Theory of Human Need, MacMillan, London.

G. Esping Andersen (2006)- Γιατί Χρειαζόμαστε ένα Νέο Κράτος Πρόνοιας Διόνικος, Αθήνα.

F. Ewald (1995) - Η Ιστορία του Κράτους Πρόνοιας, Gutenberg, Αθήνα.

Ι. Ζηζιούλας Μητροπολίτης Περγάμου (1977) - Από το προσωπείον εις το πρόσωπον, Χαριστήρια εις τιμήν του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη.

B. Jordan, (2006), - Social Policy in the 21st Century, Polity, Cambridge.

Α. Κατσιάρας, Μάρω Βαμβουνάκη (2003) - Όταν ο Θεός Πεθαίνει - μια συζήτηση. Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα.

J. Kean (1998) - Civil Society, Old Images, New Visions, Polity Press, London.

Μ. Κορασίδου (1995) - Οι 'Αθλιοι των Αθηνών και οι Θεραπευτές τους, Gutenberg, Αθήνα.

Αρχιμ. Καλλ. Λυράκης (2004) - Διαπροσωπικές Σχέσεις, Αθήνα

Κ. Μάρξ (1978) - Το Κεφάλαιο, Τόμος Ι, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

T. H. Marshall - T. Bottomore, (1995) - Ιδιότητα του Πολίτη και Κοινωνική Τάξη, Gutenberg, Αθήνα.

Λ. Μουσούρου (2005) - Οικογένεια και Οικογενειακή Πολιτική, Gutenberg, Αθήνα.

Ουλ. Μπέκ (1995) - Τι είναι Παγκοσμιοποίηση Καστανιώτης, Αθήνα.

Ν. Θ. Μπουγάτσος (επιμ.), (1998) - Κοινωνική Διδασκαλία Ελλήνων Πατέρων, τόμος 1ος, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Στ. Ράμφος - «Ο καημός του ενός», εκδόσεις Αρμός, 2000.

P. Spicker - «Το Κράτος Πρόνοιας - Μια γενική θεώρηση» (Ελληνική μετάφραση) εκδόσεις Διόνικος, 2004.

Π. Σταθόπουλος (1995) - Κοινωνική Πρόνοια, Μια Γενική Θεώρηση, Εκδόσεις Έλλην, Αθήνα.

Ο. Στασινοπούλου (1992) Κράτος Πρόνοιας- Ιστορική Εξέλιξη, Σύγχρονες Θεωρητικές Προσεγγίσεις, Gutenberg, Αθήνα.

Ο. Στασινοπούλου - Ζητήματα σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής, Από το Κράτος Πρόνοιας στο «Νέο» Προνοιακό Πλουραλισμό, Gutenberg, 1996.

O. Στασινοπούλου, (2006) - Από τον Τρίτο Τομέα στην Παγκόσμια Κοινωνία των Πολιτών- η Σημασία των Ορισμών, στο Α. Φραγκούλη κ.ά επιμ. Οι Κοινωνικές Επιχειρήσεις στη Ψυχική Υγεία, ΠΕΨΑΕΕ, Χανιά, 2006.

Α. Σταυρόπουλος, (1999) - Ο Φιλοκαλικός 'Ανθρωπος, «Κοινωνία»,έτος ΜΒ΄, τ.2, Απριλίου-Ιουνίου 1999, σσ. 141-151.

Α. Σταυρόπουλος, (1991) - Προσωπικά και Πνευματικά Μέσα για τη Δημιουργική Αντιμετώπιση του Χάους, στο «Αξίες και Πολιτισμός - Αφιέρωμα στον Καθηγητή Ευάγγελο Θεοδώρου. Εκδόσεις Τήνος, Αθήνα.

J. Holloway (2006) - Aς Αλλάξουμε τον Κόσμο Χωρίς να Καταλάβουμε την Εξουσία, Σαββάλας, Αθήνα.

F. Williams (2007) - Αρχές Αναγνώρισης και Σεβασμού στο G. Lewis.. (κ.ά) (επιμ.) Κοινωνική Πολιτική, μια 'Αλλη Προσέγγιση. Gutenberg, 2007, σ. 417. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...