![]() |
| Η έννοια της αρετής στον Αριστοτέλη |
Ανδρονίκη Μαστοράκη
Η έννοια της αρετής αποτελεί θεμελιώδη λίθο για
την οικοδόμηση της ηθικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, η οποία παρουσιάζεται,
κατά κύριο λόγο, σε τρία έργα: τα Ηθικά μεγάλα, τα Ηθικά Ευδήμεια και
τα Ηθικά Νικομάχεια. Σύμφωνα με τον Düring, «στα Ηθικά μεγάλα ο
Αριστοτέλης απευθύνεται σε νεαρούς ακροατές και ρίχνει το βάρος στη λογική
επιχειρηματολογία και ταξινόμηση· […] τα Ηθικά Ευδήμεια, με εξαίρεση την
εισαγωγή, είναι επιστημονικό μάθημα (Kolleg) για προχωρημένους ακροατές της
Ακαδημίας· τέλος, τα Ηθικά Νικομάχεια είναι μια έκθεση όχι χωρίς λογοτεχνική
πνοή που απευθύνεται σε ευρύ κύκλο ακροατών και αναγνωστών»[1]. Η παρούσα
μελέτη της αριστοτελικής έννοιας της αρετής βασίζεται στο τρίτο από αυτά.
Τα Ηθικά Νικομάχεια ξεκινούν
με την παρατήρηση πως «κάθε τέχνη και κάθε επιστημονική έρευνα όπως και κάθε
πράξη και κάθε κατόπιν σκέψεως λαμβανόμενη απόφαση φαίνεται ότι αποβλέπει σε
κάποιο αγαθό» (ΗΝ 1094a1-2)[2]. Ωστόσο, κάθε αγαθό που επιδιώκεται με
τις επιμέρους πράξεις στη ζωή κάθε ανθρώπου αποτελεί απλώς ένα ενδιάμεσο στάδιο
για την επίτευξη του ύψιστου αγαθού, της «ευδαιμονίας» (ΗΝ 1095a14-20).
Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του υπέρτατου αυτού αγαθού: α) είναι
τέλειο, δηλαδή επιδιώκεται για χάρη του εαυτού του και όχι κάποιου άλλου (
«το καθ’ αυτό διωκτόν του δι’ έτερον και το μηδέποτε δι’ άλλο αιρετόν των», ΗΝ 1097a32-33),
β) είναι αύταρκες, δηλαδή ακόμη κι αν μείνει μόνο του είναι αρκετό για να κάνει
τη ζωή άξια επιλογής («τίθεμεν ο μονούμενον αιρετόν ποιεί τον βίον και
μηδενός ενδεά», ΗΝ 1097b14-15) και γ) είναι μη συναριθμούμενο (ΗΝ
1097b17), δηλαδή συμπεριλαμβάνει οποιοδήποτε ανθρώπινο αγαθό[3].
Για
να ολοκληρώσει τον ορισμό της ευδαιμονίας ο Αριστοτέλης εισάγει και το
επιχείρημα της λειτουργίας[4]: Το ιδιαίτερο γνώρισμα του ανθρώπου, που τον
διακρίνει από όλα τα άλλα είδη έμβιων όντων, είναι η «ψυχής ενέργεια κατά
λόγον»· τέλειος είναι ο άνθρωπος που εκτελεί τέλεια αυτή την λειτουργία·
και την εκτελεί τέλεια όταν κάθε πράξη του επιτελείται σύμφωνα με την «οικείαν
αρετήν» (ΗΝ 1098a8-16). Επομένως:
«το ανθρώπινον αγαθόν ψυχής ενέργεια γίνεται
κατ’ αρετήν, ει δε πλείους αι αρεταί, κατά την αρίστην και τελειοτάτην. Έτι δ’
εν βίω τελείω.»
(ΗΝ 1098a17-19)
(ΗΝ 1098a17-19)
Με τον ισχυρισμό ότι η ευδαιμονία είναι ενέργεια της
ψυχής που καθοδηγείται από την αρετή ο Αριστοτέλης απομακρύνεται πλέον από την
πλατωνική γραμμή της διερεύνησης της ιδέας του αγαθού και στρέφεται προς τη
διερεύνηση των «κατ’ αρετήν» πράξεων[5]. Πριν την εξέταση της αριστοτελικής
έννοιας των ενάρετων πράξεων, ωστόσο, επιβάλλεται μια τελευταία διευκρίνηση
όσον αφορά στην ευδαιμονία «εν βίω τελείω». Ο ευδαίμων βίος, σύμφωνα
με τον Αριστοτέλη, αφορά το σύνολο της ανθρώπινης ζωής και όχι μόνο σύντομες
περιόδους αυτής. Γι’ αυτό και η εύνοια της τύχης είναι απαραίτητη για την
απόκτηση της ευδαιμονίας (ΗΝ 1099a29-b9). Εντούτοις, «αυτή η ταύτιση
της ευδαιμονίας με την ολότητα του βίου δεν σημαίνει ότι ευδαίμων γίνεται
κάποιος μόνο τη στιγμή του θανάτου του, αλλά ότι πρέπει να αντιμετωπίζει την
ηθική του ποιότητα υπό την προοπτική της διάρκειας και της συνέχειας»[6].
Η ηθική του Αριστοτέλη,
επομένως, είναι σαφώς τελεολογική· «η ηθικότητα, κατά την άποψή του, έγκειται







