Αρχική σελίδα Ηθικά προβλήματα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Μαΐου 2022

Κοσμογονίες – Θεογονίες οι Επικρατούσες Θεωρήσεις

Με τον όρο κοσμογονία, (κόσμος+γίγνομαι) εννοείται στη φιλοσοφία μια θεωρία προέλευσης του σύμπαντος, είτε θρησκευτικού, μυθικού, είτε επιστημονικού χαρακτήρα. Στη μυθολογία ειδικότερα ο όρος γίνεται κατανοητός ως μυθική αφήγηση ή σώμα μύθων που σχετίζεται με τη δημιουργία του σύμπαντος. Διαφέρει από την επιστήμη της κοσμολογίας, ως προς το γεγονός ότι η δεύτερη στοχεύει στην κατανόηση της φυσικής συγκρότησης του σύμπαντος και των νόμων που το κυβερνούν.
Το Νεοελληνικό λεξικό στο λήμα αναφέρει: κοσμογονία η [kozmoγonía]:
1. επιστημονική ή μυθολογική θεωρία με την οποία γίνεται προσπάθεια να ερμηνευτεί η δημιουργία του σύμπαντος και των ουράνιων σωμάτων.
2. (μτφ.) πολύ σημαντικές, ριζικές και συνήθ. δημιουργικές αλλαγές: Tα τελευταία χρόνια έγινε πραγματική ~ στο χώρο της εκπαίδευσης. [λόγ. < γαλλ. cosmogonie (κυριολ.) < ελνστ. κοσμογονία δημιουργία του κόσμου΄]
Θεογονίες είναι οι κοσμογονίες που έχουν σαν θέμα τους την έκθεση της εξέλιξης με την οποία γεννήθηκαν οι θεοί που κυβερνούν τον κόσμο. Τέτοιες κοσμογονίες θεωρούν τον κόσμο σαν εξ’ ολοκλήρου δημιούργημα ενός ή περισσότερων θεών. Οι θεοί έχουν την δύναμη να δημιουργούν εκ του μηδενός, γι αυτό αποκαλούνται και δημιουργοί.
Άλλοι κοσμογονικοί μύθοι δέχονται την προΰπαρξη μιας ύλης την οποία ο θεός ή οι θεοί διαμορφώνουν και εξουσιάζουν. Πληροφορίες σχετικές με τη δημιουργία του κόσμου και τη γέννηση των θεών συναντάμε σε λίγους ποιητές της αρχαιότητας.
Οι πρώτες αναφορές υπάρχουν στον Όμηρο, αλλά ενώ είναι αποσπασματικές και σκόρπιες, είναι αρκετές ωστόσο για να σχηματίσουμε μια ικανοποιητική εικόνα για τους θεούς και να αποκτήσουμε μια πρώτη εντύπωση για τη δημιουργία του κόσμου, αληθή ή μη.


Στον κοσμογονικό μύθο -στην κοσμογονία γενικότερα- οι μύθοι παρουσιάζουν μια διπλή σχέση αφενός με το ανθρώπινο σώμα τον μικρόκοσμο, αφετέρου με τον περιβάλλοντα κόσμο τον μακρόκοσμο.Ανιχνεύοντας τις σωματικές λειτουργίες και παρατηρώντας αναλογίες στο περιβάλλον του, ο άνθρωπος προσπάθησε να ερμηνεύσει τον μακρόκοσμο. Το σώμα και η γη ταυτίζονται σε τέτοιους μύθους, ενώ η ανθρώπινη προέλευση, οι γεωλογικοί σχηματισμοί, το φυτικό και το ζωικό βασίλειο ερμηνεύονται μεταφορές και εικόνες συνήθως σχετιζόμενες με την ανθρώπινη αναπαραγωγή και ανάπτυξη.
Κατά τον ίδιο τρόπο οι παρατηρήσιμες αντιθέσεις και διχοτομίες του κόσμου αναγνωρίζονται ως αγώνας αντιθετικών δυνάμεων, η έκβαση του οποίου είναι η ποικιλομορφία της εξέλιξης.
Την πρώτη οργανωμένη απόπειρα θεογονικής – κοσμογονικής καταγραφής συναντάμε στον Ησίοδο,γύρω στο 740 π.Κ.Ε.. Στο έργο του υπάρχει αναλυτική περιγραφή για τους προ-ολύμπιους θεούς καθώς και για τους Ολύμπιους θεούς. Θεογονίες επίσης έγραψαν ο Απολλόδωρος που ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τον Ησίοδο, ο Οβίδιος, και η πιο ενδιαφέρουσα ίσως κοσμογονική αναφορά υπάρχει στον Ορφέα και στους ορφικούς.


Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και στοχαστές, μέσα από τους θεογονικούς μύθους θέλησαν να εξηγήσουν, αυτό που πραγματεύονται όλες οι κοσμογονίες, την πρώτη αρχή από την οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος, την εξελικτική πορεία του κόσμου για να φτάσει όπως είναι με τη σημερινή του μορφή, τις δυνάμεις που συγκρατούν την ενότητα του κοσμικού συνόλου και τη θέση του ανθρώπου μέσα σε αυτό.

Γενικά περί Κοσμογονία – Θεογονία

Οι αρχαίοι Έλληνες, αυτοί οι μεγάλοι που τους διέκρινε απεριόριστο χιούμορ και αχαλίνωτη φαντασία, στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν κάποια φαινόμενα έπλεξαν άπειρους μύθους. Φυσικά, ασχολήθηκαν και με την αρχή του κόσμου και τη γέννηση των αμέτρητων θεών τους. Με την πλούσια φαντασία τους έφτιαξαν τεράστιες γενεαλογίες που φανέρωναν τους προγόνους των δώδεκα Ολύμπιων θεών, αλλά και όλων των μικρότερων που λάτρευαν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.
Επίσης, έπλασαν καταπληκτικούς μύθους που εξηγούσαν πώς ο Δίας και οι υπόλοιποι Ολύμπιοι κατέλαβαν την απόλυτη εξουσία στο Ελληνικό Πάνθεο.
Σύμφωνα με την αρχαιότερη παράδοση που μας αφηγείται ο Όμηρος, πατέρας των θεών ήταν ο Ωκεανός, που περικύκλωνε ολόκληρο το σύμπαν. Από το σμίξιμό του με τη σύζυγό του Τηθύ προήλθαν όλοι οι υπόλοιποι θεοί. Ο Ωκεανός παρουσιάζεται από τον Όμηρο σαν ένας ηλικιωμένος, ασπρομάλλης γέροντας, με γλυκό χαμόγελο, ήσυχος, που ποτέ δεν παίρνει μέρος στους καβγάδες των θεών και κατοικεί μακριά από τη γη και τον Όλυμπο. Δυστυχώς όμως ο Όμηρος δε μας απαριθμεί τους απογόνους του Ωκεανού και της Τηθύος.

Ο Ωκεανός και η κόρη του Τιθύς

Πολύ πιο ολοκληρωμένος είναι ο μύθος που μας αφηγείται ο Ησίοδος στη «Θεογονία» του για την αρχή του κόσμου και την καταγωγή των θεών. Στην αρχή λοιπόν ήταν το Χάος, η Γη και ο Έρωτας. Αυτές οι τρεις πρωταρχικές θεότητες δεν είχαν συγγενική σχέση μεταξύ τους, απλώς εμφανίστηκαν η μία μετά την άλλη. Το Χάος ήταν θεοσκότεινο, μαύρο και άραχνο χωρίς κανένα ίχνος ζωής. Απόλυτη σιωπή βασίλευε παντού.
Αυτό το τρομακτικό, αρχικό ον ήταν απέραντο• δεν είχε αρχή μήτε τέλος. Ήταν τόσο αχανές, ώστε αν κάποιος ζούσε εκείνη την εποχή και μπορούσε να πετάξει, θα πετούσε σ’ όλη του τη ζωή χωρίς να μπορέσει να φτάσει κάποτε σε κάποια κορυφή. Αλλά, και αν συνέβαινε το αντίθετο, δηλαδή αν κάποιος άρχιζε να πέφτει στο κατάμαυρο κενό, το Χάος, θα έπεφτε σ’ όλη του τη ζωή χωρίς να φτάσει ποτέ του σε κάποιο τέλος.
Μέσα στην απεραντοσύνη του κοσμικού χρόνου προήλθαν κάποτε από το Χάος, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο ερωτικό σμίξιμο, δύο παράξενα όντα, το Έρεβος και η Νύχτα. Ήταν και αυτά τα όντα κατάμαυρα και σκοτεινά με τεράστιες φτερούγες. Θεόρατα και αλλοπρόσαλλα στέκονταν το ένα απέναντι από το άλλο ανοιγοκλείνοντας τα μαύρα μάτια τους, χωρίς να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ούτε κουβέντα. Η απόλυτη ησυχία και η μοναξιά συνέχισε να κυριεύει το σύμπαν. Η μόνη διαφορά τους από το Χάος ήταν ότι είχαν αρχή και τέλος. Ήταν βέβαια πελώρια και θα χρειάζονταν κάποιος να τρέχει μήνες ολόκληρες για να φτάσει από τη μια φτερούγα τους στην άλλη, σίγουρα όμως θα έβρισκε κάποιο τέλος.


Όλο αυτό το σκοτάδι και η σιωπή βασίλευαν μέχρι τη στιγμή που ο Έρωτας, η τελευταία από τις τρεις πρωταρχικές θεότητες, μπήκε ανάμεσα στα δύο φοβερά όντα. Με την επίδραση του Έρωτα άρχισε η απόλυτη ψυχρότητα να εγκαταλείπει τις δύο μυστήριες υπάρξεις. Αντάλλαξαν τις πρώτες τους κουβέντες και κατάφεραν έτσι να διώξουν την ατέλειωτη μοναξιά που τους κυρίευε τόσους αιώνες.
Και να σε λίγο που από την παράξενη αυτή σχέση ξεπετάχτηκε ο Αιθέρας. Αστραφτερός και λαμπερός, με διάφανες φτερούγες, ακτινοβολούσε το θείο φως του προς όλες τις κατευθύνσεις. Ήταν χαμογελαστός και πανέμορφος με τεράστιο σώμα, μα με αρμονικά μέλη και κατάλευκο δέρμα. Άπλωσε τα τεράστια σκέλη του σ’ ολόκληρο το σύμπαν και σκόρπισε τη λάμψη του στο θεοσκότεινο Χάος.
Αλλά να που εμφανίζεται και μια άλλη παρόμοια θηλυκή θεότητα, η Ημέρα. Λαμπρή, κατάξανθη, πανώρια κόρη με κατάλευκες φτερούγες, έριξε αμέσως το αστραποβόλο βλέμμα της στον Αιθέρα και του χαμογέλασε. Αυτός μόλις αντίκρισε ένα παρόμοιο μ’ αυτόν και φωτεινό πλάσμα χάρηκε πάρα πολύ.Τα δυο αδέρφια χαρούμενα και παιχνιδιάρικα έφεραν την ευτυχία μέσα στον κόσμο. Έπαιζαν και κυνηγιούνταν μέσα στο απέραντο σύμπαν και κρύβονταν πίσω από τους τεράστιους μετεωρίτες. Συχνά, νευρίαζαν με τις σκανταλιές και τις φασαρίες τους, τους γερασμένους γονείς τους, που κατά βάθος όμως καμάρωναν για τα ολόλαμπρα παιδιά τους.

Evelyn De Morgan Νύχτα και Ύπνος (1878)

Ο Αιθέρας συμβόλιζε για τους αρχαίους το πάνω μέρος της ατμόσφαιρας, που αποτελεί το πιο καθαρό μέρος του αέρα. Η Ημέρα συμβόλιζε φυσικά τη μέρα, το τμήμα του εικοσιτετραώρου που είναι λουσμένο

1 Νοεμβρίου 2021

Η διαλεκτική της αυτονομίας και του πατερναλισμού


Η διαλεκτική της αυτονομίας και του πατερναλισμού
Η διαλεκτική της αυτονομίας και του πατερναλισμού
Δημήτρης Τσιολακίδης, Θεολόγος

Αυτονομία και πατερναλισμός αποτελούν τους όρους και τις κανονιστικές αρχές από τις οποίες επηρεάζονται οι αποφάσεις για τη λήψη και την εφαρμογή θεσμικών και νομοθετικών ρυθμίσεων που αφορούν στην προστασία και προαγωγή της υγείας των πολιτών τόσο σε τοπικό όσο και σε οικουμενικό επίπεδο. Ακανθώδη ζητήματα λοιπόν είναι οι όροι και η φύση της ιατρικής φροντίδας και οι διάφορες πολυπαραγοντικές καταστάσεις που μεσολαβούν μέχρι την προαγωγή και παροχή της ιατρικής φροντίδας-υπηρεσίας, καθώς και οι μεταβολές που η ασθένεια επιφέρει στη σχέση του ιατρού με τον άρρωστο. Τα παραπάνω διευθετούνται μέσα από την εκπόνηση ηθικών πλαισίων συνταγμένων κατά κανόνα με όρους προστασίας της δημόσιας ζωής, με παράλληλο σκοπό την ισόρροπη σχέση μεταξύ των δύο βιοηθικών αρχών. Από την έκβαση αυτής της σχέσης εξαρτάται επίσης εάν και κατά πόσο η ιατρική θα ασκείται με όρους ερευνητικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάπτυξη του θέματος δόκιμο είναι να προβούμε σε μία καταρχήν αδρομερή εννοιολογική αναφορά των όρων και στη συνέχεια να επιχειρήσουμε την εξέταση από βιοηθική σκοπιά της σχέσης ασθενούς και ιατρού. Εν προκειμένω ο όρος αυτονομία φέρει ένα διευρυμένο ορισμό και παρατηρούνται διχογνωμίες σχετικά με την απόδοση της έννοιας. Έτσι κάθε απόπειρα να δοθεί ένας ακριβής και απόλυτος ορισμός της αυτονομίας παραμένει μια ανοιχτή συζήτηση (μπορεί να ορισθεί ως δικαίωμα, ως ικανότητα ή ως κατάσταση) με πολλές υπό εξέταση παραμέτρους όπως για παράδειγμα αυτές της ιδανικής αφενός και της εφικτής αφετέρου αυτονομίας.[1] Μέσα σε αυτό το πλέγμα υπεισέρχεται και το θέμα των επιθυμιών πρώτης και δεύτερης τάξεως του υποκειμένου (η πρώτη σχετίζεται με την επιθυμία για κάτι ενώ η δεύτερη με τη διασφάλιση της επιθυμίας προς την επιθυμία για κάτι)[2]. Θεωρείται λοιπόν κάποιος αυτόνομος όχι μόνο όταν πράττει την επιθυμία του αλλά και όταν είναι ταυτισμένος με αυτήν (Harry G. Frankfurt) πχ. ο ναρκομανής που δεν εγκρίνει την επιθυμία του να λαμβάνει ναρκωτικές ουσίες δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτόνομος. Και κατά τον Gerald Dworkin «κάποιος είναι αυτόνομος από τη στιγμή που μπορεί να θέσει το ερώτημα αν θα αναγνωρίσει ή θα απορρίψει τους λόγους εξαιτίας των οποίων ενεργεί τώρα».[3]

Με άλλα λόγια το υποκείμενο θα πρέπει να δύναται να αξιολογεί το περιεχόμενο της σκέψης και εν γένει της συνείδησής του, πράγμα που το καθιστά ικανό να αντιλαμβάνεται τους εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες που επιδρούν στο σχηματισμό πεποιθήσεων και επιθυμιών, στη λήψη αποφάσεων και στην τέλεση ενεργημάτων. Όταν λοιπόν μετά από διαβούλευση το άτομο διαπιστώσει ότι οι πεποιθήσεις, αποφάσεις και πράξεις του, δεν είναι προϊόν επηρεασμού τρίτων και αποτέλεσμα στρεβλής αντίληψης, τότε είναι αυτόνομο. Δηλαδή η άσκηση της βουλησιακής του αυτονομίας (έγκριση ή απόρριψη επιθυμιών πρώτης τάξης) να έχει εξασφαλισθεί από την επιτυχή άσκηση της γνωσιακής αυτονομίας (εγγύηση ότι οι πεποιθήσεις είναι δικαιολογημένες και αληθείς). Υπό τις προϋποθέσεις όμως μιας εφικτής αυτονομίας μεταξύ δύο υποκειμένων δεν αναλογεί πάντα ο ίδιος βαθμός αυτονομίας. Υπό το βάρος αυτής της πραγματικότητας δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την απαίτηση μιας πιο σύνθετης προσέγγισης στο θέμα αλλά για τις ανάγκες της παρούσας μελέτης θα περιοριστούμε στη θεώρηση της αυτονομίας ως ελευθερίας της βούλησης του υποκειμένου να κάνει αυτό που επιθυμεί, να παίρνει καθοριστικές αποφάσεις κατόπιν ενημέρωσης απαλλαγμένο από κάθε καταναγκασμό της συνείδησης υπό οποιαδήποτε συνθήκη και υπό την προϋπόθεση ότι οι επιλογές του αναγνωρίζονται από το ίδιο ως το αποτέλεσμα μιας νοητικής διαδικασίας και ως συνέπεια της άσκησης του δικαιώματος που έχει προς αυτήν.

Η αρχή της αυτονομίας ως δυνατότητας αυτοκαθορισμού κανόνων κοινωνικής ζωής, απαντάται ιστορικά στις πόλεις κράτη της αρχαίας Ελλάδας που θέτουν ως συλλογικές οντότητες οι ίδιες τους νόμους που διέπουν τη λειτουργία τους. Όμως μια μαρτυρία της πρώτης απόπειρας ως εγγενούς και δυνάμει να εκφραστεί δυνατότητας να αποκτήσει ο άνθρωπος αυτοαντίληψη αυτογνωσία και να αυτοπροσδιοριστεί την αντλούμε από την παρακολούθηση της εξελικτικής διαδικασίας του πρώιμου ελληνικού πολιτισμού. Η ανάδυση της αυτονομίας ως αυτοσυνειδησίας και βιωματικής κατάστασης, είναι το αποτέλεσμα κατά την άκρως ενδιαφέρουσα οπτική του BRUNO SNELL μιας εξελικτικής πορείας της αρχαίας ελληνικής σκέψης την οποία διακρίνει σε τρία στάδια.

Το πρώτο στάδιο απαντάται στην Ομηρική εποχή, στα Ομηρικά έπη. Σε αυτό το στάδιο έχουμε την απόλυτη εξάρτηση του ανθρώπου από την θεία πρόνοια. Οι πράξεις και τα αισθήματα του ανθρώπου καθορίζονται από τις θεϊκές δυνάμεις. «Η ανθρώπινη δράση δεν είναι πραγματική και αυτόνομη αλλά ό,τι εκτελεί ο άνθρωπος οφείλεται σε θεϊκό σχέδιο και ενέργεια. …έτσι η δράση του δεν φτάνει σε ένα σκοπό που έθεσε ο ίδιος. …Στον Όμηρο… ο άνθρωπος δεν αισθάνεται ακόμη τον εαυτό του ως πηγή των αποφάσεών του, αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά στην τραγωδία.».[4] Το επόμενο στάδιο αναφέρεται στην αφύπνιση της προσωπικότητας στην αρχαϊκή λυρική ποίηση. «Η πιο χαρακτηριστική διαφορά ανάμεσα στους επικούς και τους λυρικούς ποιητές είναι ότι οι δεύτεροι εμφανίζονται ως προσωπικότητες… [και] σε αντίθεση με το προβληματικό όνομα του Ομήρου αναφέρουν το όνομά τους, μιλούν για τον εαυτό τους, προσφέρονται σε αναγνώριση ως συγκεκριμένα πρόσωπα … Το νέο στοιχείο [λοιπόν] που χαρακτηρίζει την ποίηση αυτή… είναι ότι οι ποιητές μιλούν για τον εαυτό τους.»[5], κάτι που λείπει από το έπος καθώς «δεν υπάρχει κάτι παρόμοιο στη σφαίρα των φυσικών λειτουργιών, σε αναλογία με τις οποίες αντιλαμβάνεται ο Όμηρος τις ψυχικές λειτουργίες.»[6]

Καταληκτικό στάδιο αυτής της πνευματικής ανέλιξης αποτελεί η τραγωδία. Στην τραγωδία το νέο απόκτημα είναι η σημασία της προσωπικής συνείδησης και η ανάληψη της προσωπικής δράσης. Τραγικοί όπως οι Αισχύλος, Ευριπίδης και Σοφοκλής, αποδεσμεύουν τον άνθρωπο από την κοσμική τάξη του παρελθόντος. Οι ενέργειες του ανθρώπου είναι πλέον αποτέλεσμα εσωτερικής βούλησης και όχι αντίδραση σε εσωτερικούς ερεθισμούς όπως συμβαίνει στον Όμηρο. Το δράμα αναζητά τα πνευματικά κίνητρα της δράσης. Η δε γνώση και αυτογνωσία γίνονται αντικείμενο στοχασμού. Ως ακόλουθη συνέπεια η αυθορμησία-αυτονομία του πνεύματος έχει απαγκιστρωθεί καθοριστικά από την όποια επίδραση των θεών.[7] Θέση προδρόμου αναφορικά με την αντίληψη περί αυτονομίας μπορούμε να αναγνωρίσουμε στο σοφιστή Πρωταγόρα από την αξιωματική του θέση ότι «Πάντων χρημάτων μέτρον έστιν άνθρωπος…». Στους αιώνες που ακολούθησαν η καθιέρωση της αυτονομίας επιτελέστηκε στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας και της ηθικής από την επίδραση κυρίως των I. Kant, E. Fromm και J. S. Mill.

Ο δεύτερος του υπό εξέταση θέματος όρος, ο πατερναλισμός, που χρησιμοποιείται στην πολιτική και στην ιστορία και θα μας απασχολήσει ως έννοια σε συνάφεια με την ιατρική, μπήκε σε χρήση

22 Ιουλίου 2021

Οι φιλοσοφικές πεποιθήσεις ως «ειδική κατηγορία» προσωπικών δεδομένων


Οι φιλοσοφικές πεποιθήσεις ως «ειδική κατηγορία» προσωπικών δεδομένων
Δέσποινα Στυλ. Βεζακίδου

Ο Α.Π. είναι μέλος του σωματείου «Ζην ηδέως» που έχει ως καταστατικό σκοπό την αναζήτηση του νοήματος της ζωής στο πρότυπο της Επικούρειας φιλοσοφίας και η σύζυγός του, Κ.Π., ακολουθεί ένα υγιεινό διαιτολόγιο ως «vegan».

Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να ταυτοποιήσουν συγκεκριμένα πρόσωπα και αποτελούν προσωπικά δεδομένα, όπως προβλέπει ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων με αρ. (ΕΕ) 2016/679 (στο εξής «ΓΚΠΔ»)1. Στο βαθμό που θεωρηθεί ότι σχετίζονται με φιλοσοφικές πεποιθήσεις, όπως θα αναλυθεί πιο κάτω, τα δεδομένα αυτά θα ανήκουν στο σκληρό πυρήνα της ιδιωτικής ζωής του Α.Π. και της Κ.Π. και θα χαρακτηριστούν ως προσωπικά δεδομένα «ειδικών κατηγοριών» (γνωστά ως «ευαίσθητα» δεδομένα)2.
 

Γιατί η διάκριση των προσωπικών δεδομένων σε «απλά» και «ειδικών κατηγοριών» ;

 

Οι ακόλουθες κατηγορίες προσωπικών δεδομένων ορίζονται στον ΓΚΠΔ (Άρθρο 9) ως «ειδικές» και αφορούν αποκλειστικά:
φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, πολιτικά φρονήματα, θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, γενετικά δεδομένα3, βιομετρικά δεδομένα με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση προσώπου, δεδομένα που αφορούν την υγεία ή δεδομένα που αφορούν τη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου ή τον γενετήσιο προσανατολισμό4.
Η πληροφοριακή βαρύτητα των δεδομένων αυτών είναι ιδιαίτερα έντονη ως προς την Ιδιωτικότητα5. Συνεπώς, λόγω της φύσης τους, η επεξεργασία τους ενδέχεται να συνεπάγεται αυξημένους κινδύνους για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του ατόμου με μακροχρόνιες πιθανόν συνέπειες, όπως :
  • Προσβολή του απορρήτου της ιδιωτικής σφαίρας του ατόμου, λ.χ. από την αποκάλυψη δεδομένων υγείας, ή της σεξουαλικής ζωής
  • Προσβολή συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών, λ.χ. της ελευθερίας της γνώμης
  • Αθέμιτες διακρίσεις και δυσμενή μεταχείριση, λ.χ. εξαιτίας προκαταλήψεων αναφορικά με τη φυλετική καταγωγή ή τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ατόμου
Συνέπεια του χαρακτηρισμού δεδομένων ως «ειδικών κατηγοριών» είναι η κατ’ αρχήν απαγόρευση της επεξεργασίας τους με την ταυτόχρονη εξασφάλιση αυστηρότερων προϋποθέσεων για την, κατ’ εξαίρεση, επεξεργασία τους, σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ.
Και ενώ οι περισσότερες από τις πιο πάνω κατηγορίες μπορούν με ευχέρεια να εντοπιστούν και να καταταγούν ως «ειδικές», όπως λ.χ. η συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση ή τα δεδομένα υγείας, συμβαίνει άραγε το ίδιο και με τις «φιλοσοφικές πεποιθήσεις»;
Ακολουθούν ορισμένες σκέψεις για το ζήτημα αυτό, λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες μιας λανθασμένης εκτίμησης κατά την επεξεργασία τους, εν όψει ιδίως των κυρώσεων του ΓΚΠΔ.

Τι ορίζουμε ως «φιλοσοφικές πεποιθήσεις» ;

 

Η ερώτηση διακρίνεται σε δύο σκέλη: τι εννοούμε ως «πεποιθήσεις» και ποιες από αυτές θεωρούνται «φιλοσοφικές», ώστε να διακριθούν από άλλες αντιλήψεις του ατόμου ;
α) Πεποιθήσεις
Ως «πεποίθηση» γενικά ορίζεται η σταθερή γνώμη, άποψη, βεβαιότητα ότι αυτό που θεωρεί κάποιος

1 Ιουνίου 2021

«Συναισθηματική Νοημοσύνη και Μηχανές - Επιδιώκοντας την τέλεια ατέλεια»

«Συναισθηματική Νοημοσύνη και Μηχανές - Επιδιώκοντας την τέλεια ατέλεια»
Συναισθηματική Νοημοσύνη και Μηχανές
Παναγιώτης Πέρρος 

Η εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης

Οι διαρκώς αναδυόμενες τεχνολογικές επαναστάσεις του εικοστού και εικοστού πρώτου αιώνα πηγάζουν από δύο θεμελιώδη και εγγενή χαρακτηριστικά του σκεπτόμενου ανθρώπου. Το πρώτο είναι να κάνει τη διαδικασία της ζωής περισσότερο αποδοτική και λιγότερο επίπονη. Το δεύτερο είναι να κατανοήσει στο μέτρο του δυνατού τον ίδιο του τον εαυτό και τον τρόπο με τον οποίο δρα πρακτικώς και πνευματικώς. Το να μαθαίνει κάποιος άλλωστε κάτι νέο που σχετίζεται με τον κόσμο και με τον άνθρωπο, ιδιαιτέρως αν έχει προηγηθεί εκτεταμένη επιστημονική έρευνα, είναι σε θέση να αλλάξει την ποιότητα και τον βαθμό της αυτογνωσίας μας. Ο Κοπέρνικος και ο Δαρβίνος για παράδειγμα δεν εισήγαγαν απλώς κάτι νέο, αλλά επαναστάτησαν εναντίον της γεωκεντρικής και ανθρωποκεντρικής θεωρίας αντιστοίχως (Habermas, 2003). Αν ήταν λοιπόν δυνατό να υπάρξουν δύο λέξεις που θα μπορούσαν να σταθούν ως οι βασικές αιτίες της τεχνολογικής ανάπτυξης που έχουμε επιτύχει έως σήμερα, αυτές θα ήταν η ευημερία (ευδαιμονία θα έλεγε ο Αριστοτέλης) και η αυτογνωσία, το γνώθι σαυτόν δηλαδή που είναι χαραγμένο στο ναό του Απόλλωνος στους Δελφούς.

Ο επιστημονικός κλάδος της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι αντιπροσωπευτικός των πολλαπλών τεχνολογικών υπερβάσεων των τελευταίων δεκαετιών. Τι είναι οντολογικά οι Μηχανές; Τι μπορούν να κάνουν; Τι σχέση έχουν με τον άνθρωπο; Μπορούν να υποκαταστήσουν τον άνθρωπο; Και αν ναι σε ποιους τομείς και με ποιες προϋποθέσεις; Αυτά είναι μερικά από τα βασανιστικότερα ερωτήματα που τίθενται από φιλοσόφους και επιστήμονες τεχνολογικών κλάδων. Εκείνο που επιδιώκεται να εξετασθεί μέσω του παρόντος πονήματος είναι ένα βασικό ερώτημα, του οποίου η απάντηση θα διευκολύνει καταλυτικά τη διαλεύκανση τόσο της οντολογικής σημασίας των μηχανών, όσο και την αξιολόγησή τους σε σχέση με τον άνθρωπο και τις δεξιότητές του: Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι κάποια μηχανή έχει συναισθήματα; Μπορεί κάποιο τεχνολογικό υλικό με τη συνδρομή του ανάλογου λογισμικού να αναπτύξει σε μία μηχανή ένα είδος συναισθηματικής νοημοσύνης; Κάτω από ποιο οπτικό πρίσμα μπορούμε να εξετάσουμε αυτό το ενδεχόμενο και σε γενικές γραμμές τι έχει επιτύχει σε αυτό τον τομέα η επιστήμη;

Ήδη στην προσωκρατική Ελλάδα ο εισηγητής της Ιωνικής σχολής των κοσμολόγων φιλοσόφων Θαλής ο Μιλήσιος ισχυρίστηκε ότι η ψυχή εγείρει την κίνηση και εφόσον ο μαγνήτης λίθος κινεί τον σίδηρον, τότε και ο μαγνήτης διαθέτει ψυχή (Αριστοτέλους, Περί ψυχής 405α). Κατά την εποχή των Διαφωτιστών ο Rene Descartes διατυπώνει με λίγα λόγια πως οι μηχανές οντολογικά μπορούν να αποτελέσουν ισοδύναμα των ζώων (Descartes, 1637). Αργότερα ο La Mettrie κάνει παραλληλισμούς του σώματος αλλά και ορισμένων χαρακτηριστικών του ανθρώπου με τις μηχανές. Μάλιστα ο ίδιος εκδίδει έργο με τίτλο «Άνθρωπος, μια μηχανή» χαρακτηρίζοντας ουσιαστικά τον άνθρωπο ως μια «πεφωτισμένη μηχανή» (La Mettrie, 1747). Ακόμα αργότερα, ο Ralph Emerson παραλληλίζει οντολογικά τον άνθρωπο με τις μηχανές λέγοντας πως όλα τα εργαλεία και οι μηχανές που βρίσκονται πάνω στον κόσμο είναι επεκτάσεις του σώματος και των αισθήσεων του ανθρώπου και πως ο άνθρωπος στην ουσία είναι το γραφείο των πατεντών όπου και βρίσκονται τα πρότυπα, τα μοντέλα από όπου και εκπορεύονται όλα τα σχέδια (Emerson, 1870). Ερευνώντας κάποιος ακόμα και σχετικές λογοτεχνικές πηγές διακρίνει από τις αρχές του εικοστού αιώνα έναν θαυμασμό για τις μηχανές και τους ανθρώπους που ασχολούνται σχετικά με την κατασκευή και τελειοποίησή τους. Οι άνθρωποι αυτοί μάλιστα φέρονται πολλές φορές να μπορούν να αγαπούν περισσότερο μία μηχανή και το πάθος τελειοποίησής της από μία γυναίκα (Bennet, 1909). Αυτές οι περιπτώσεις μπορούν να σταθούν ως σπερματικής μορφής θεωρητικές διατυπώσεις για κάτι που έμελλε κατά τον εικοστό αιώνα να αποτελέσει σημείο αναφοράς της μακραίωνης επιστημονικής ιστορίας του ανθρώπου, το φαινόμενο της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Η αρχή της πρακτικής άσκησης των εξειδικευμένων επιστημών πάνω στο φαινόμενο της Τεχνητής Νοημοσύνης έγινε με το περίφημο πείραμα του Άγγλου μαθηματικού Alan Turing (Turing, 1950). Σκοπός του πειράματος αυτού ήταν να αποδειχθεί αν μία μηχανή μπορεί να «ξεγελάσει» έναν παρατηρητή (ανακριτή στην περίπτωση του πειράματος) και να τον πείσει ότι πρόκειται για άνθρωπο. Έτσι η μηχανή μπαίνει σε ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι: Δίνονται οι ίδιες ερωτήσεις του ανακριτή σε έναν άνθρωπο και σε μία μηχανή. Ο ανακριτής παίρνει τις απαντήσεις γραπτώς και με βάση αυτές προσπαθεί να διακρίνει ποιος είναι ο άνθρωπος και ποια η μηχανή. Ο Turing υπολόγισε ότι σε πενήντα χρόνια από τότε θα έχουν ανακαλυφθεί τέτοιες μηχανές ώστε ο υποτιθέμενος ανακριτής να μπορεί να σφάλλει σε ποσοστό πάνω από το 30% των περιπτώσεων.

Πέντε χρόνια μετά τη μελέτη του Turing έγινε η πρώτη επίσημη πρόταση διερεύνησης για το αν και κατά πόσον μπορεί μια μηχανή να ανταπεξέλθει επαρκώς στην επίλυση προβλημάτων που μέχρι τότε αφορούσαν αποκλειστικά ανθρώπους. Η μελέτη αυτή θα επικεντρωνόταν στο πώς μπορούν οι μηχανές να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά τη γλώσσα, να δημιουργούν και να εκμεταλλεύονται γνωστικά έννοιες και ιδέες και γενικά να αποκτήσουν αυτό που ονομάζουμε χονδρικώς νοημοσύνη ή ευφυΐα. Η πρόταση αυτή έγινε στο Dartmouth College (McCarthy, Minsky, Rochester, Shannon, 1955) και αφορούσε την περίοδο του καλοκαιριού του 1956.

Από τότε έχουν δοθεί αρκετοί ορισμοί που φιλοδοξούν να απεικονίσουν νοηματικώς το φαινόμενο της Τεχνητής Νοημοσύνης. Αυτό που θα λέγαμε συμπυκνώνει όλες τις απόψεις είναι εκείνο που διατυπώνει ο καθηγητής Φιλοσοφίας J. Haugeland λέγοντας πως είναι η προσπάθεια να προικίσουμε τις μηχανές με νόηση, με την πλήρη και κυριολεκτική σημασία. Αυτή η συναρπαστική προσπάθεια δημιουργίας σκεπτόμενων υπολογιστών βασίζεται, όπως ήδη έχουμε υποψιαστεί, στο βασικό σκεπτικό ότι ο άνθρωπος είναι και ο ίδιος υπολογιστής, ότι δηλαδή σκέψη και υπολογισμός είναι το ίδιο πράγμα (Haugeland, 1989). Ο ίδιος ο Haugeland ισχυρίζεται ότι ουσιαστικός πρόδρομος της ιδέας της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι ο Thomas Hobbes ο οποίος διατείνεται ότι στην ουσία οι επιστήμονες της λογικής δεν διαφέρουν από τους μαθηματικούς και τους γεωμέτρες, αφού αντιμετωπίζουν τους ειρμούς των λέξεων όπως ακριβώς και οι μαθηματικοί τους αριθμούς και οι γεωμέτρες τα σχήματα (Hobbes, 1660).

Απόπειρες υπέρβασης της Τεχνητής Νοημοσύνης

Η Τεχνητή Νοημοσύνη στις ημέρες μας δείχνει να μην είναι αρκετή ώστε να ανταπεξέλθει στις υψηλές προσδοκίες που προβάλλουν πλέον σχεδόν όλες οι επιστήμες πάνω στις «ευφυείς μηχανές». Για να καταδειχθεί παραστατικά του λόγου το αληθές θα χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα που τείνει να γίνει πλέον κλασικό, εκείνο που αφορά το πλέον δημοφιλές ανά τους αιώνες επιτραπέζιο παιχνίδι, το σκάκι. Όλες οι πιθανότητες συνδυασμών σε ένα τυπικό παιχνίδι σκάκι περίπου σαράντα κινήσεων φτάνουν το ποσό των 10120, αριθμός τερατώδης. Δεν έχουν υπάρξει 10120 διαφορετικές κβαντικές καταστάσεις των υποατομικών σωματιδίων στην ιστορία του γνωστού σύμπαντος. Επομένως είναι πολύ δύσκολο (έως ανέφικτο) να υπάρξει κάποτε μία μηχανή, η οποία με τη χρήση της συμβατικής λογικής, να μπορέσει να υπολογίσει με ακρίβεια όλες τις πιθανές κινήσεις ώστε να χαρακτηριστεί ανίκητη σε μια παρτίδα σκάκι (Haugeland, 1989). Αυτό το φαινόμενο συμβαίνει και σε άλλους τομείς, όπου κάθε δυνατότητα επιλογής οδηγεί με τη σειρά της σε ένα υποσύνολο επιλογών, και ονομάζεται «συνδυαστική έκρηξη» (Haugeland, 1989). Αυτοί οι τομείς τυγχάνει όμως να είναι και οι πιο ενδιαφέροντες των επιστημών. Η δυσκολία αυτή της τυπικής λογικής κάνει την Τεχνητή Νοημοσύνη να χρειάζεται να υπερβεί τον εαυτό της, την τυπική μαθηματική λογική.

Η υπέρβαση αυτή συνίσταται στους εναλλακτικούς τρόπους διαχείρισης προβλημάτων εκ μέρους των

6 Μαΐου 2021

Η έννοια της αρετής στον Αριστοτέλη


Η έννοια της αρετής στον Αριστοτέλη
Η έννοια της αρετής στον Αριστοτέλη
Ανδρονίκη Μαστοράκη

Η έννοια της αρετής αποτελεί θεμελιώδη λίθο για την οικοδόμηση της ηθικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, η οποία παρουσιάζεται, κατά κύριο λόγο, σε τρία έργα: τα Ηθικά μεγάλα, τα Ηθικά Ευδήμεια και τα Ηθικά Νικομάχεια. Σύμφωνα με τον Düring, «στα Ηθικά μεγάλα ο Αριστοτέλης απευθύνεται σε νεαρούς ακροατές και ρίχνει το βάρος στη λογική επιχειρηματολογία και ταξινόμηση· […] τα Ηθικά Ευδήμεια, με εξαίρεση την εισαγωγή, είναι επιστημονικό μάθημα (Kolleg) για προχωρημένους ακροατές της Ακαδημίας· τέλος, τα Ηθικά Νικομάχεια είναι μια έκθεση όχι χωρίς λογοτεχνική πνοή που απευθύνεται σε ευρύ κύκλο ακροατών και αναγνωστών»[1]. Η παρούσα μελέτη της αριστοτελικής έννοιας της αρετής βασίζεται στο τρίτο από αυτά.

Τα Ηθικά Νικομάχεια ξεκινούν με την παρατήρηση πως «κάθε τέχνη και κάθε επιστημονική έρευνα όπως και κάθε πράξη και κάθε κατόπιν σκέψεως λαμβανόμενη απόφαση φαίνεται ότι αποβλέπει σε κάποιο αγαθό» (ΗΝ 1094a1-2)[2]. Ωστόσο, κάθε αγαθό που επιδιώκεται με τις επιμέρους πράξεις στη ζωή κάθε ανθρώπου αποτελεί απλώς ένα ενδιάμεσο στάδιο για την επίτευξη του ύψιστου αγαθού, της «ευδαιμονίας» (ΗΝ 1095a14-20). Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του υπέρτατου αυτού αγαθού: α) είναι τέλειο, δηλαδή επιδιώκεται για χάρη του εαυτού του και όχι κάποιου άλλου ( «το καθ’ αυτό διωκτόν του δι’ έτερον και το μηδέποτε δι’ άλλο αιρετόν των», ΗΝ 1097a32-33), β) είναι αύταρκες, δηλαδή ακόμη κι αν μείνει μόνο του είναι αρκετό για να κάνει τη ζωή άξια επιλογής («τίθεμεν ο μονούμενον αιρετόν ποιεί τον βίον και μηδενός ενδεά», ΗΝ 1097b14-15) και γ) είναι μη συναριθμούμενο (ΗΝ 1097b17), δηλαδή συμπεριλαμβάνει οποιοδήποτε ανθρώπινο αγαθό[3].

Για να ολοκληρώσει τον ορισμό της ευδαιμονίας ο Αριστοτέλης εισάγει και το επιχείρημα της λειτουργίας[4]: Το ιδιαίτερο γνώρισμα του ανθρώπου, που τον διακρίνει από όλα τα άλλα είδη έμβιων όντων, είναι η «ψυχής ενέργεια κατά λόγον»· τέλειος είναι ο άνθρωπος που εκτελεί τέλεια αυτή την λειτουργία· και την εκτελεί τέλεια όταν κάθε πράξη του επιτελείται σύμφωνα με την «οικείαν αρετήν» (ΗΝ 1098a8-16). Επομένως:
«το ανθρώπινον αγαθόν ψυχής ενέργεια γίνεται κατ’ αρετήν, ει δε πλείους αι αρεταί, κατά την αρίστην και τελειοτάτην. Έτι δ’ εν βίω τελείω.»
(ΗΝ 1098a17-19)

Με τον ισχυρισμό ότι η ευδαιμονία είναι ενέργεια της ψυχής που καθοδηγείται από την αρετή ο Αριστοτέλης απομακρύνεται πλέον από την πλατωνική γραμμή της διερεύνησης της ιδέας του αγαθού και στρέφεται προς τη διερεύνηση των «κατ’ αρετήν» πράξεων[5]. Πριν την εξέταση της αριστοτελικής έννοιας των ενάρετων πράξεων, ωστόσο, επιβάλλεται μια τελευταία διευκρίνηση όσον αφορά στην ευδαιμονία «εν βίω τελείω». Ο ευδαίμων βίος, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αφορά το σύνολο της ανθρώπινης ζωής και όχι μόνο σύντομες περιόδους αυτής. Γι’ αυτό και η εύνοια της τύχης είναι απαραίτητη για την απόκτηση της ευδαιμονίας (ΗΝ 1099a29-b9). Εντούτοις, «αυτή η ταύτιση της ευδαιμονίας με την ολότητα του βίου δεν σημαίνει ότι ευδαίμων γίνεται κάποιος μόνο τη στιγμή του θανάτου του, αλλά ότι πρέπει να αντιμετωπίζει την ηθική του ποιότητα υπό την προοπτική της διάρκειας και της συνέχειας»[6].






Η ηθική του Αριστοτέλη, επομένως, είναι σαφώς τελεολογική· «η ηθικότητα, κατά την άποψή του, έγκειται

28 Ιανουαρίου 2021

Η χριστιανική φιλοσοφία και οι Τρεις Ιεράρχες


Η χριστιανική φιλοσοφία και οι Τρεις Ιεράρχες
Η χριστιανική φιλοσοφία και οι Τρεις Ιεράρχες
Λιάνα Παπαδοπούλου   



Χριστιανική φιλοσοφία-εννοιολόγηση: Στο άκουσμα της έννοιας «χριστιανική φιλοσοφία» αρκετοί στέκουν με επιφυλακτικότητα. Φοβούνται την αποστέωση του μυστηριακού χαρακτήρα της Ορθοδοξίας. Πιθανό αίτιο η τραγική μοίρα στην οποία περιήλθε η δυτική θεολογία στην ιστορική πορεία της, από την επίδραση αυτονομημένων φιλοσοφικών συστημάτων, των κειμένων στη διαπάλη ύλης και πνεύματος.
 
Αντιθέτως, η ανατολική θεολογία στην ιστορία της χριστιανικής σκέψης χρησιμοποίησε ως όπλο της από τους πρώτους αιώνες (4ος μ.Χ.) τη φιλοσοφία για να πολεμήσει τις αιρέσεις. Ας μην ξεχνάμε πως οι φιλοσοφικές καταβολές των μορφωμένων χριστιανών αιρεσιαρχών –με τις τόσες παραφυάδες του Νεοπλατωνισμού– γέννησαν τις αιρέσεις στην Ανατολή. Η Ανατολή είχε να πολεμήσει με αιρέσεις, δεδομένο που απουσίαζε από τον δυτικό κόσμο. Έπρεπε να βρεθεί ένας κοινός τόπος λεκτικής, μα αυστηρής και οριοθετημένης διαλεκτικής προς τους αιρετικούς. Όρος και όριο, η οντολογική διάκριση μεταξύ κτιστού και α-κτίστου. Η Ανατολή πολέμησε τις αιρέσεις. Δεν πολέμησε ποτέ τη φιλοσοφία. 

Η χριστιανική φιλοσοφία δεν νοείται αυτόνομη. Η αυτονομία της φιλοσοφίας στη Δύση κινδύνευσε από τον ορθολογισμό και τον θετικισμό, με αποτέλεσμα να αυτονομηθεί και να αποκτήσει το καθαρά τεχνικό περιεχόμενο. Η μη αυτονομημένη φιλοσοφία συσχετίζεται οργανικά με την ανατολική θεολογία, ώστε να μπορέσει να εκφράσει με αυθεντία το περιεχόμενο της εν Χριστώ Αποκάλυψης.

Τι σημαίνει μη αυτονομημένη φιλοσοφία: Στην Ανατολή ο φιλοσοφικός λόγος αποτελεί ερμηνευτική λειτουργία της θεολογίας [Η πρώτη μέθοδος της χριστιανικής φιλοσοφίας είναι η αναλυτική. Ξεκινά από το ειδικό και καταλήγει στο γενικό ή κατά τον Αριστοτέλη «προς την οδόν επί τας αρχάς» (Νησιώτης 1965: 35-36). Αυτή η μετάβαση στο γενικό παρέχει τη δυνατότητα της καθολικής εποπτείας, η οποία επαληθεύεται μέσα από τον έλεγχο των επιμέρους. Η δεύτερη μέθοδος είναι η συνθετική, όπου η εκκίνηση γίνεται από το γενικό στο μέρος (Ματσούκας 1971: 266)] καθορίζοντας τα όριά της ως φιλοσοφία της οντολογίας: «συγγενεύει περισσότερον προς τας προϋποθέσεις τουλάχιστον της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και αντιτίθεται σφοδρώς προς τον δυτικόν ορθολογισμόν και τον ιδεαλισμόν, οι οποίοι, ενώ εστηρίχθησαν επί των αρχών της χριστιανικής φιλοσοφίας, ουσιωδώς απέκλιναν αυτής και κατέστησαν συστήματα φιλοσοφικά με επίχρισμα ελληνικόν» [Ματσούκας Ν. (1971) Υπάρχει χριστιανική φιλοσοφία; Α.Π.Θ. Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Τ.16, σελ.18, ανάτυπον: Α.Π.Θ.]

Θεολογία και θεολογική επιστήμη: Από τα προλεγόμενα εξάγεται η ανάγκη μιας διευκρίνισης. Η θεολογία ως ζώσα μυστηριακή εμπειρία, διακρίνεται και από τη θεολογική επιστήμη. Η θεολογία είναι η ερμηνευτική λειτουργία του Μυστηριακού Σώματος. Κατανοεί το περιεχόμενο της Αποκάλυψης και αναπτύσσεται μόνο μέσα στη ζωή της Εκκλησίας μυστηριακά, με ερμηνευτικό όργανο εννοιών (π.χ. οι έννοιες: φύση, πρόσωπο, ουσία, ενέργεια, υπόσταση, αλληλοπεριχώρηση) τη φιλοσοφία. Η θεολογική επιστήμη είναι τεχνικός όρος. Ιστορικά καθιερώνεται υπό το πνεύμα του Διαφωτισμού με τον διαχωρισμό των ειδικών επιστημών στις πανεπιστημιακές σχολές (Έξαρχος 1953: 79). Όσον αφορά στο περιεχόμενό της ως επιστήμης, παρέχει ιστορικοφιλολογικά δεδομένα προς μια θεωρητική επεξεργασία.



 

Η μετασχηματιστική επι-κυριαρχία των Καππαδοκών


Η υπέρβαση της αντίθεσης μεταξύ Φιλοσοφίας και Χριστιανισμού δεν σήμαινε την απροβλημάτιστη υιοθέτηση από μέρους της θεολογίας των Καππαδοκών φιλοσοφικών αρχών. 

Σήμαινε τη μετασχηματιστική επικυριαρχία επ' αυτών. Η βασική διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου έχει

26 Δεκεμβρίου 2020

Η γένεση του Φωτός της Γνώσεως και του Ήλιου της Δικαιοσύνης – Το σπήλαιον της Γεννήσεως και το σπήλαιον του Πλάτωνα


Η γένεση του Φωτός της Γνώσεως και του Ήλιου της Δικαιοσύνης – Το σπήλαιον της Γεννήσεως και το σπήλαιον του Πλάτωνα
Το σπήλαιον της Γεννήσεως
Δημήτρης Σταθακόπουλος Δρα Παντείου Πανεπιστημίου Δικηγόρου παρ’Αρείω Πάγω Μουσικολόγου

Το Χριστουγεννιάτικο Απολυτίκιο αναφέρει:
“Ἡ γέννησίς σου Χριστέ ὁ Θεός ἠμῶν, Ἀνέτειλε τῷ κόσμω,Τό φῶς τό τῆς γνώσεως,Ἐν αὐτή γάρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες,Ὑπό ἀστέρος ἐδιδάσκοντο,Σέ προσκυνεῖν τόν ἥλιον τῆς δικαιοσύνης,Καί σέ γιγνώσκειν ἐξ’ ὕψους ἀνατολήν, Κύριε δόξα σοί.”
Δηλαδή: Ανατέλλει το ΦΩΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ και ο ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ !!! Πόσοι καταλαβαίνουμε το νόημα αυτό, ως νόημα των Χριστουγέννων και πόσοι άραγε το εφαρμόζουμε, ως άτομα και ως κοινωνία, – μέρες που είναι – , παλαιότερα πλαισιωμένοι από υλικά αγαθά αλλά με πνευματική κρίση και σήμερα μέσα σε κρίση υλικών και κυρίως πνευματικών αγαθών;
Η ΓΝΩΣΗ και η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, είναι διαχρονικά ζητούμενα πανανθρώπινα αγαθά, ήδη από την εποχή του Πλατωνικού Σπηλαίου, την εμφάνιση του φωτός και το σπάσιμο των αλυσίδων της αμάθειας και στη συνέχεια με το χριστιανικό Σπήλαιο της Γεννήσεως. Πόσο μακριά είναι η σύγχρονη κοινωνία μας από αυτά;
Οι διαχρονικές αυτές αξίες – και όχι μόνον -, δίδονταν από τους πνευματικούς και «υποψιασμένους» ανθρώπους, στην υπόλοιπη κοινωνία, με αλληγορία και απ-εικόνιση, ούτως ώστε να γίνουν κατανοητές οι έννοιες.
Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν την αλληγορία με τους μύθους, αλλά και ο Ιησούς τις παραβολές, ενώ ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ονόμαζε τις εικόνες ως : «Βιβλία των αγραμμάτων», για να επι-κοινωνήσουν τις ανώτερες αξίες με τον κόσμο.

Ας δούμε λοιπόν το Πλατωνικό Σπήλαιον και το αγιογραφημένο Σπήλαιον της Γεννήσεως του Χριστού:
Στο έργο του Πολιτεία, ο Πλάτων περιλαμβάνει την αλληγορία του σπηλαίου, μέσα στο οποίο ζει μια ομάδα ανθρώπων, όλοι τους αλυσοδεμένοι σ’ έναν τοίχο, χωρίς να μπορούν να δουν έξω από το σπήλαιο, ούτε πίσω τους. Εκεί βρίσκεται μια φλόγα που φωτίζει τα αντικείμενα που κινούνται και ρίχνει τις σκιές τους στα τοιχώματα του σπηλαίου. Οι εγκλεισμένη αυτή ομάδα, αρχίζει να ονομάζει τις σκιές και τα σχήματα που «βλέπει», με όρους και έννοιες, ενώ πιστεύει ότι οι σκιές είναι αληθινές, φτιάχνοντας έτσι έναν «αξιακό κώδικα», που τον θεωρεί βάση της ζωής της, χωρίς όμως αυτός να είναι όντως πραγματικός. Κάποιοι όμως από την ομάδα των περιορισμένων/ εγκλεισμένων, λύνονται και βγαίνουν από το σπήλαιο, όπου αντικρίζοντας τον Ήλιο, τυφλώνονται και φοβούμενοι επιστρέφουν πίσω. Συνεχίζει δε ο Πλάτων, λέγοντας πως όσοι αντέξουν και συνηθίσουν το φως του Ήλιου, θα δουν ότι αυτός συμβολίζει το Αγαθό, ενώ θα καταλάβουν ότι όσα έβλεπαν μέσα στο σπήλαιο ήταν απλά προβολές, σκιές της αλήθειας και όχι η Α-ΛΗΘΕΙΑ. Ίσως κάποιοι σκεφτούν να επιστρέψουν πίσω στο σπήλαιο, σκεπτόμενοι τους εγκλεισμένους/περιορισμένους της ομάδας τους. Όμως γυρνώντας πίσω στο σπήλαιο, δεν θα μπορούν να ξανασυνηθίσουν το σκοτάδι και προσπαθώντας να διδάξουν στους υπόλοιπους την Α-ΛΗΘΕΙΑ, ίσως δεχτούν το μίσος και την αντίδρασή τους. Ωστόσο, όσοι ελευθερώθηκαν και είδαν το ΦΩΣ, έχουν χρέος να επιστρέψουν πίσω για να διδάξουν τους περιορισμένους. Από θρησκευτικής απόψεως, χωρίς Θεό/ΦΩΣ, οι άνθρωποι ζουν μέσα το σκοτάδι, αλλά με μια πιο ευρεία ερμηνεία, χωρίς

7 Δεκεμβρίου 2020

Τοιχογραφίες ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων καὶ φιλοσόφων στὴν Ἱερὰ Μονὴ Μεγάλου Μετεώρου ἀποδεικνύουν τὴν ἑνότητα Ὀρθοδοξίας καὶ Ἑλληνισμοῦ

Τοιχογραφίες ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων καὶ φιλοσόφων στὴν Ἱερὰ Μονὴ Μεγάλου Μετεώρου ἀποδεικνύουν τὴν ἑνότητα Ὀρθοδοξίας καὶ Ἑλληνισμοῦ
Τοιχογραφίες αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και φιλοσόφων
στην Ιερά Μονή Μεγάλου Μετεώρου

Ἀφιερώνεται σὲ πολλοὺς καὶ διάφορους, ποῦ προσπαθοῦν νὰ μᾶς πείσουν πῶς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ καὶ ἰδιαίτερα οἱ ἱερωμένοι καὶ μοναχοὶ μισοῦν τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν κλασικὴ ἀρχαιότητα.
Οἱ τοιχογραφίες βρίσκονται στὸν προαύλιο χῶρο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου. Εἰκονίζονται ὁ Σόλωνας, ἡ Σίβυλλα, ὁ Σωκράτης, ὁ Πυθαγόρας, ὁ Ὅμηρος, ὁ Θουκυδιδης, ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Πλάτωνας, ὁ Πλούταρχος καὶ δίπλα τους ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυρας τοῦ 2ου αἰνώνα μ.Χ. Ἀντίστοιχες τοιχογραφίες ὑπάρχουν σὲ πολλὲς Μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὅρους (π.χ Βατοπαίδι, Μεγίστη Λαύρα) καθὼς καὶ σὲ Μονὲς στὸ νησάκι τῶν Ἰωαννίνων.
 
Δεῖτε περισσότερες φωτογραφίες...

Τοιχογραφίες ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων καὶ φιλοσόφων στὴν Ἱερὰ Μονὴ Μεγάλου Μετεώρου ἀποδεικνύουν τὴν ἑνότητα Ὀρθοδοξίας καὶ Ἑλληνισμοῦ
Εικονίζονται ἡ Σίβυλλα, ὁ Σόλωνας, Πυθαγόρας και ὁ Σωκράτης, 

Τοιχογραφίες ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων καὶ φιλοσόφων στὴν Ἱερὰ Μονὴ Μεγάλου Μετεώρου ἀποδεικνύουν τὴν ἑνότητα Ὀρθοδοξίας καὶ Ἑλληνισμοῦ
Εικονίζονται ο Όμηρος, ο Θουκυδίδης, ο Αριστοτέλης, ο Πλάτωνας και ο Πλούταρχος

Εικονίζονται ο Θουκυδίδης, ο Αριστοτέλης, και ο Πλάτωνας 

Τοιχογραφίες ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων καὶ φιλοσόφων στὴν Ἱερὰ Μονὴ Μεγάλου Μετεώρου ἀποδεικνύουν τὴν ἑνότητα Ὀρθοδοξίας καὶ Ἑλληνισμοῦ
Εικονίζονται ο  Όμηρος και ο Άγιος Ιουστίνος ὁ φιλόσοφος
Τοιχογραφίες ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων καὶ φιλοσόφων στὴν Ἱερὰ Μονὴ Μεγάλου Μετεώρου ἀποδεικνύουν τὴν ἑνότητα Ὀρθοδοξίας καὶ Ἑλληνισμοῦ
Εικονίζονται ο  Θουκυδίδης και ο  Αριστοτέλης

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...