 |
| Θεωρίες Ηθικής Ανάπτυξης |
του
Εμμανουήλ Καραμαλάκη – Εκπαιδευτικού
MSc
στην Παιδαγωγική – MSc στη Βιοηθική
Σε προηγούμενα άρθρα μας παρουσιάσαμε τις υπάρχουσες θεωρίες για την
ηθική ανάπτυξη των νέων, κυρίως από τη σκοπιά της γνωστικής σχολής. (Η θεωρία του Lawrence Kohlberg για την ηθική
ανάπτυξη και Η θεωρία του J. Piaget για την ηθική ανάπτυξη του
παιδιού) Στο σημείο αυτό θα παρουσιάσουμε
συνοπτικά άλλες έξι θεωρίες, οι οποίες σχετίζονται με την ηθική ανάπτυξη του ανθρώπου.
Οι θεωρίες αυτές είναι:
7.1. Η ψυχαναλυτική
θεωρία.
 |
| S. Freud |
Ο S. Freud (Lawrence A. Pervin & Oliver P. John, 2001, σσ. 113–195, Jung 2007, Tadie, 2001, σσ. 201-233, Νασιάκου, 1982Β,
σσ. 41-72, Κορναράκη, 2007, σσ. 52-68) υποστήριξε ότι το παιδί δεν έχει ηθικούς
ενδοιασμούς και φραγμούς και μάλιστα είχε αποκαλέσει το παιδί «πολύμορφα διεστραμμένο
πλάσμα». Δύο είναι οι βασικές αρχές που διέπουν την ηθική ανάπτυξη του παιδιού,
πρώτον η αρχή της αχαλίνωτης απόλαυσης και δεύτερον η αρχή της πραγματικότητας, η
οποία δημιουργείται κυρίως από τους γονείς με την τάση που έχουν να θέτουν απαγορεύσεις
και φραγμούς στο παιδί (Κουρκούτας, 2004, σσ. 60-61).
Η ψυχαναλυτική θεωρία (Lawrence A. Pervin & Oliver P. John, 2001, σσ. 113–195, Jung 2007, Tadie, 2001, σσ. 201-233, Νασιάκου, 1982Β,
σσ. 41-72, Κορναράκη, 2007, σσ. 52-68) θεωρεί
ότι η
ανάπτυξη των ηθικών στάσεων και συμπεριφορών στο παιδί οφείλεται στο υπερεγώ, το οποίο είναι
προϊόν της αρχής της πραγματικότητας. Το υπερεγώ, είναι ένα αυτόνομο κομμάτι
της ψυχικής ζωής του ατόμου και αντιστοιχεί στον όρο συνείδηση. Το υπερεγώ
δηλαδή είναι ο εσωτερικευμένος ηθικός κώδικας με τις εντολές που έλαβε το παιδί
από τους γονείς του, τις οποίες όμως έχει ενσωματώσει σε τόσο απόλυτο βαθμό μέσα
του, ώστε συχνά να χάνει από τα μάτια του
την αρχική προέλευση τους (Fontana, 1995, σσ.
286-287). Όταν δε, το άτομο πράττει κάτι αντίθετο προς τους εσωτερικευμένους αυτούς κανόνες, τότε επισυμβαίνει η αυτοτιμωρία
διαμέσου της ενοχής (Παρασκεύοπουλος, 1985, τ.3, σσ. 182- 183).
Η ψυχαναλυτική σχολή, με κύριους εκπρόσωπούς
της τον Freud και τον Erikson, υποστηρίζει ότι γενικά η διαμόρφωση του
υπερεγώ είναι κάτι θετικό, «δεδομένου ότι χωρίς αυτό το παιδί θα φερόταν σωστά μόνον όταν οι
γονείς και οι άλλοι ενήλικοι βρίσκονταν κοντά του, ώστε να ενισχύσουν τη σωστή συμπεριφορά»
(Fontana, 1996, σσ. 286). Όμως αν ένα παιδί μεγαλώσει
σε ένα αυστηρό περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχούν οι τιμωρίες, τα «πρέπει» και τα
«μη» τότε το παιδί αναπτύσσει ένα υπερανεπτυγμένο υπερεγώ το οποίο μπορεί να το
οδηγήσει σε ψυχολογικά προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά μπορεί να είναι ένα αίσθημα
ατομικής ανεπάρκειας και απαξίας, η υπερβολική ενοχή, ακόμα δε και σε ακραίες
περιπτώσεις μπορεί να προκληθούν σοβαρές νευρώσεις (Erikson, 1968, p. 269, Erikson, 1975, σ. 268-269, Κουρκούτας, 2001, σσ. 55 -70, Ξωχέλης, 1997, σ 39).
7.2. Η συμπεριφοριστική θεωρία
 |
| Ιβάν Πάβλοφ |
Οι συμπεριφοριστές έχουν ως βάση της θεωρίας
τους την κλασική και λειτουργική εξαρτημένη μάθηση (Νασιάκου, 1982Α σσ. 33-35, Μαλικιώτη –Λοίζου, 1999, σσ. 195-218). Ο Παυλώφ τα
τελευταία χρόνια της ζωής του, ασχολήθηκε σοβαρά με την εφαρμογή των αρχών της
εξαρτημένης μάθησης στη θεραπεία της συμπεριφοράς. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει
ότι η συχνότητα εμφάνισης μιας μορφής συμπεριφοράς, ηθικής ή όχι, εξαρτάται από
τις συνέπειες που τη συνοδεύουν, δηλαδή τον έπαινο, την επιβεβαίωση, την
τιμωρία, την αγνόηση κ.τ.λ. (Καψάλης , 1998, σσ. 233-259).
Ειδικότερα οι συμπεριφοριστές (Herbert, 1998, σσ. 229-231) εστιάζουν το
ενδιαφέρον τους στην έκδηλη συμπεριφορά και δεν τους ενδιαφέρουν τα συναισθήματα
και οι σκέψεις του παιδιού (Καψάλη, 1998 σσ, 257-256). Υποστηρίζουν ότι το
παιδί αρχικά μαθαίνει ποιες πράξεις είναι απαγορευμένες και ποιες όχι, μέσω των τιμωριών που του
επιβάλλουν οι γονείς του. Όταν το παιδί προβαίνει σε μια απαγορευμένη πράξη, ο γονέας
του επιβάλλει μια τιμωρία, σωματική ή ψυχολογική, η οποία φυσικά του προκαλεί άγχος.
Με αυτό τον τρόπο το παιδί αποκτά την ετοιμότητα
να νιώθει άγχος, όταν κάνει μια απαγορευμένη πράξη ή ακόμη και όταν απλώς σκεφτεί
να κάνει κάτι το απαγορευμένο. «Μετά την
εγκαθίδρυση στη συμπεριφορά του παιδιού
της συνεξάρτησης αυτής, το παιδί, για να
μειώσει το άγχος που του προκαλεί η απαγορευμένη πράξη, αποφεύγει την πράξη και
την καταστέλλει» (Παρασκεύοπουλος, 1985, τ.3, σ. 183). Καταλήγοντας μπορούμε να
υποστηρίξουμε ότι, σύμφωνα με τις απόψεις των συμπεριφοριστών, «η ηθική
συμπεριφορά του παιδιού είναι ένα σύνολο αντιδράσεων που συντελούν στη μείωση
του άγχους της τιμωρίας» (Παρασκεύοπουλος, τ.3, 1985, σσ. 183- 185).
7.3. Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης.
 |
| Θεωρίες Ηθικής Ανάπτυξης |
Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης είναι ως ένα
βαθμό η εξέλιξη της θεωρίας του συμπεριφορισμού (Κουρκούτας, 2004, σσ. 63). Βασικός της πυρήνας είναι η ταύτιση, η ενίσχυση και η
μίμηση (Παπούλια Τζελέπη, 1991Α, σσ. 2263-2264). Τα παιδιά, σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης, μαθαίνουν την
ηθική τους συμπεριφορά μιμούμενα τα ελκυστικά πρότυπα που υπάρχουν στο
κοινωνικό τους περιβάλλον. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία της μάθησης παίζει
το πρότυπο που επιλέγει το παιδί για να ταυτιστεί μαζί του. Το παιδί παρατηρεί
τη συμπεριφορά του προτύπου που έχει επιλέξει και ακολούθως τη μιμείται. Κάθε
είδους συμπεριφορά μπορεί να αποκτηθεί με τη μίμηση και τη μάθηση από παρατήρηση
(Παρασκεύοπουλος, 1985, τ.3, σσ. 190-191).
Όσο
μικρότερο είναι ένα παιδί, τόσο περισσότερο η μίμηση των προτύπων συμβάλει
αποφασιστικά στην ανάπτυξη της ηθικής συμπεριφοράς του. Οι έρευνες έχουν
καταδείξει, ότι τα παιδιά, ευκολότερα μιμούνται τα λάθη που κάνουν τα πρότυπα
παρά τη σωστή συμπεριφορά τους. Επίσης ιδιαιτέρα θετικά επιδρά πάνω στο παιδί
ένα πρότυπο, όταν αυτό χαρακτηρίζεται από συνέπεια λόγων και έργων (Κακαβούλης, 2003 σσ. 145 -166).
7.4. Η γνωστικό – κοινωνική θεωρία του M. Hoffman.
Ο κεντρικός πυρήνας, πάνω στον οποίο
στηρίζεται η γνωστικό –
κοινωνική θεωρία για
την