![]() |
| Το κοριτσάκι με τα σπίρτα |
Το αριστουργηματικό παραμύθι του Χανς Κρίστιαν
Άντερσεν: «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα»
είναι ίσως μια από τις πιο λυπητερές, αλλά και τις πλέον όμορφες χριστουγεννιάτικες
ιστορίες των παιδικών μας χρόνων. Ένα
μικρό κορίτσι, μια παγωμένη νύχτα των Χριστουγέννων, βρίσκεται μόνη στους
δρόμους μιας σκανδιναβικής πόλης και το μόνο που κρατά ζωντανή την ελπίδα του
για μια καλύτερη ζωή, είναι το φως και η ζεστασιά από τα σπίρτα που δεν είχε καταφέρει
να πουλήσει. Αμέσως παρακάτω μπορείτε να δείτε διαφορές εκδοχές της παραπάνω ιστορίας σε βίντεο, αλλά και να
διαβάσετε το ίδιο το παραμύθι.
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ
ΣΠΙΡΤΑ
Έκανε
κρύο φοβερό, έπεφτε χιόνι πυκνό και είχε αρχίσει να νυχτώνει· το βράδυ, το
τελευταίο βράδυ του χρόνου, πλησίαζε. Αλλά παρά το κρύο και το σκοτάδι, ένα
φτωχό κοριτσάκι, ξεσκούφωτο και ξυπόλυτο, γύριζε στους δρόμους. Όταν έφυγε από
το σπίτι της φορούσε παντόφλες, αλλά ήτανε πολύ μεγάλες - αφού ανήκανε στη
μητέρα της - και της έφυγαν από τα ποδαράκια κάποια στιγμή που διέσχιζε
τρέχοντας τον δρόμο για ν' αποφύγει δυο άμαξες. Η μία παντόφλα χάθηκε, την άλλη
την άρπαξε ένα παιδί που ήθελε να την κάνει κούνια για την κούκλα του.
Έτσι,
λοιπόν, το κοριτσάκι περπατούσε ξυπόλυτο και τα πόδια του είχανε μελανιάσει από
το κρύο. Κρατούσε ένα ματσάκι σπίρτα στο χέρι, και στην τσέπη της φθαρμένης της
ποδιάς είχε κι άλλα. Κανένας δεν είχε αγοράσει ούτ' ένα σπίρτο όλη την ημέρα,
κανένας δεν της είχε δώσει μια δεκάρα. Έτρεμε από το κρύο και την πείνα καθώς
σερνόταν εδώ και εκεί - προσωποποίηση της δυστυχίας - το κακόμοιρο το
κοριτσάκι.
Η Ελένη Τσαλιγοπούλου διαβάζει το παραμύθι του Χανς Κρίστιαν 'Αντερσεν
''Το κοριτσάκι με τα σπίρτα''
Νιφάδες
χιονιού κάθονταν στα μακριά, ξανθά μαλλιάς της, που έπεφτε χυτά σε μπούκλες ως τους
ώμους της· αλλά η μικρή δε σκεφτότανε ούτε την ομορφιά της ούτε το κρύο. Σε όλα
τα παράθυρα έλαμπαν φώτα κι η μυρωδιά της ψητής χήνας έβγαινε από μερικά
σπίτια: ήτανε παραμονή Πρωτοχρονιάς, κι αυτό μόνο σκεφτότανε το κοριτσάκι.
Σε
μια γωνία που σχημάτιζαν δυο σπίτια, επειδή το ένα προεξείχε από το άλλο, το
κοριτσάκι κάθισε και ζάρωσε τα ποδαράκια του όσο γινόταν πιο σφιχτά, όμως δεν
μπορούσε να τα ζεστάνει. Δεν τολμούσε να γυρίσει στο σπίτι, γιατί δεν είχε
πουλήσει ούτε ένα σπίρτο, δεν είχε κερδίσει ούτε μια δεκάρα, και ίσως ο πατέρας
της την έδερνε· άλλωστε, η σοφίτα που μένανε δεν ήτανε πιο ζεστή από τον δρόμο,
και παρ' όλο που είχανε φράξει πολλές τρύπες στη στέγη με άχυρα και κουρέλια, ο
παγωμένος αέρας και το χιόνι έμπαιναν μέσα. Τα χεράκια του κοριτσιού ήτανε
ξυλιασμένα· ένα μονάχα σπίρτο αν άναβε, μπορεί και να τα ξέσταινε λιγάκι. Πήρε
ένα από το μάτσο και το 'τριψε στον τοίχο: μπράβο! Έβγαλε μια φωτεινή, ξεστή
φλόγα και η μικρή πλησίασε τα χέρια της. Τότε της φάνηκε σαν να φωτίστηκαν όλα
γύρω από τη μαγική φλόγα· και η μικρή νόμισε ότι στ' αλήθεια καθότανε μπροστά
σε μια μεγάλη σιδερένια θερμάστρα με μπρούντζινα στολίδια, που μέσα της κόρωνε
η φωτιά. Η μικρή τέντωσε και τα πόδια της για να ζεσταθούν· όμως, τι κρίμα,
μέσα σε λίγες στιγμές η φλόγα έσβησε, χάθηκε κι η θερμάστρα, και το κοριτσάκι
βρέθηκε πάλι ξυλιασμένο με την κάφτρα του σπίρτου στο χέρι.
Το συγκινητικό παραμύθι «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα» από το κανάλι της Βουλής με
ελληνικούς υποτίτλους.
Έτριβε και δεύτερο σπίρτο στον τοίχο, που άναψε και λαμποκόπησε, και σ' όποιο σημείο του τοίχου έπεφτε το φως του, τον έκανε διάφανο σαν πέπλο, έτσι που το κοριτσάκι μπορούσε να δει τι γινότανε μέσα στο σπίτι. Στο τραπέζι ήταν στρωμένο ένα κατάλευκο τραπεζομάντιλο από δαμασκηνό ύφασμα και πάνω του σερβίτσιο πορσελάνινο· η ψητή χήνα, γεμισμένη με μήλα και ξερά δαμάσκηνα, μοσχομύριζε. Αλλά τότε ξαφνικά η χήνα, που είχε ακόμα μπηγμένα στο στήθος της ένα μαχαίρι κι ένα πιρούνι, πήδηξε

