Τάσος Σαραντής
Oι πρόσφατες αποκαλύψεις, σύμφωνα με τις οποίες ερευνητές που
χρηματοδοτήθηκαν από τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία έλεγξαν τις επιπτώσεις
καυσαερίων του ντίζελ σε ανθρώπους και πιθήκους, έθεσαν σοβαρά ερωτήματα
σχετικά με την ηθική της επιστημονικής έρευνας από επιχειρηματικούς ομίλους.
Στόχος των πειραμάτων, που χρηματοδοτήθηκαν από τη Volkswagen, την Daimler
και τη BMW, ήταν να παρατηρηθεί και να καταγραφεί η ρυπογόνος επίδραση των
εκπομπών από τα πετρελαιοκίνητα αυτοκίνητα με τη χρήση σύγχρονης τεχνολογίας
καθαρισμού καυσαερίων.
Ωστόσο, ακόμη και αν ο στόχος της έρευνας ήταν να αποδειχθεί ότι τα
καυσαέρια του ντίζελ είναι λιγότερο επιβλαβή από ό,τι θεωρούνταν προηγουμένως,
εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι αυτά τα καυσαέρια είναι
επιβλαβή για την υγεία. Κανείς, ούτε καν οι κατασκευαστές αυτοκινήτων, δεν
ισχυρίζεται ότι είναι εντελώς ακίνδυνα.
Η επιστημονική έρευνα έχει προσφέρει τεράστια οφέλη στην κοινωνία, έχει
σώσει ζωές και προάγει τη γνώση.
Αλλά τα πειράματα για ερευνητικούς σκοπούς έχουν ένα κόστος που κυμαίνεται
από τους πόρους και τον χρόνο που σπαταλούνται μέχρι τον άμεσο κίνδυνο βλάβης
για τους συμμετέχοντες σε αυτά (κοινώς τα πειραματόζωα).
Επομένως το κεντρικό ηθικό ζήτημα που παραμένει πάντα αφορά το αν το κόστος
αυτό δικαιολογείται από τα πιθανά οφέλη της έρευνας.
Όταν αυτό το κόστος γίνεται υπερβολικό, ιδιαίτερα όταν οι άνθρωποι έχουν
εκτεθεί σε αδικαιολόγητη βλάβη, καταλήγουμε σε ερευνητικό σκάνδαλο.
Προς τι το ρίσκο;
Στην περίπτωση των πειραμάτων για τις επιπτώσεις των καυσαερίων, το πιο
πιεστικό ερώτημα είναι κατά πόσο η έκθεση των πιθήκων και των ανθρώπων σε αυτά
μπορεί να δικαιολογηθεί μπροστά στα οφέλη της έρευνας.
Οταν χορηγούνται ουσίες που είναι γνωστό ότι είναι επικίνδυνες, τα πιθανά
οφέλη θα πρέπει να είναι


