του Ανδρέα Θεοδώρου, τ. Καθηγητή Πανεπιστημίου
Από τα πολλά που έχει η λατρεύουσα ορθόδοξη ψυχή,
επιλέγουμε και σχολιάζουμε στη συνέχεια μια πανηγυρική σταυροαναστάσιμη
ανύμνηση, η οποία απαγγέλλεται σεμνόπρεπα στον Όρθρο της Κυριακής μετά το πέρας
του εωθινού Ευαγγελίου:
«Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον
αναμάρτητον. Τον Σταυρόν σου Χριστέ προσκυνούμεν, και την Αγίαν σου Ανάστασιν,
υμνούμεν και δοξάζομεν· συ γαρ ει Θεός ημών, εκτός σου άλλον ουκ οίδαμεν, το
όνομά σου ονομάζομεν. Δεύτε πάντες οι πιστοί προσκυνήσωμεν την του Χριστού
αγίαν Ανάστασιν·ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού, χαρά εν όλω τω κόσμω. Διά παντός
ευλογούντες τον Κύριον, υμνούμεν την Ανάστασιν αυτού. Σταυρόν γαρ υπομείνας δι
ημάς, θανάτω θάνατον ώλεσεν».
Μιας και είδαμε την Ανάστασιν του Χριστού, ας
προσκυνήσουμε με ευλάβεια τον άγιο Κύριο Ιησούν, που είναι ο μόνος αναμάρτητος.
Το σταυρικό πάθος σου Χριστέ προσκυνούμε και την εκ νεκρών σου ανάσταση υμνούμε
και δοξάζουμε· διότι συ είσαι ο Θεός μας, εκτός από εσένα δεν γνωρίζουμε άλλο
(Θεό), το όνομά σου το άγιο ομολογούμε και επικαλούμαστε. Ελάτε όλοι οι πιστοί
να προσκυνήσουμε ευλαβικά την αγία Ανάσταση του Χριστού· γιατί, να, με το
σταυρικό πάθος του έγινε αιτία μεγάλης χαράς σε όλο τον κόσμο. Παντοτινά
ευλογώντας τον Κύριο υμνούμε την ένδοξη Ανάστασή Του· διότι υπομείνας για χάρη
μας το σταυρικό μαρτύριο, με το θάνατό του κατέστρεψε το θάνατο.
«Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι»,
Η λειτουργική σύναξη, το εκκλησιαζόμενο σώμα του
Χριστού, αξιώθηκε να δει την ανάσταση του Κυρίου. Αυτήν βλέπει κάθε Κυριακή
στην ακολουθία του Όρθρου πριν από τη Θεία Λειτουργία και μετά την ανάγνωση του
εωθινού Ευαγγελίου, που ως υπόθεσή του έχει το γεγονός της αναστάσεως του
Σωτήρος. Δεν πρόκειται φυσικά για μια φυσιολογική όραση του υπερφυούς
γεγονότος. Με τα φυσικά του μάτια κανένας αξιώθηκε να το δει. Ούτε οι ευσεβείς
μυροφόρες που έσπευσαν πρωΐ στο σφραγισμένο μνημείο ούτε κανένας άλλος από τον κύκλο
των μαθητών. Αυτοί μπόρεσαν να δούν σωματικά, τον αναστημένο Κύριο, να τον
προσκυνήσουν και να συνομιλήσουν μαζί του, όχι όμως να δουν αισθητά το γεγονός
της θείας του εγέρσεως. Ο μόνος μάρτυρας ήταν ασφαλώς το λειτουργικό πνεύμα του
Θεού.
Η δική μας θέαση του θαύματος του Θεού είναι
απόκρυφη και μυστική. Με τα σωματικά μάτια μας δεν βλέπουμε ούτε το γεγονός
ούτε και τον αναστάντα Κύριο της δόξης. Τον βλέπουμε μόνο μυστικά με τα νοερά
μάτια της ψυχής μας. Τον προσεγγίζουμε με την πίστη μας θεώμενοι τη λαμπρότητα
της θεανθρωπίνης δόξας του. Κι αυτό έχει μεγάλη αξία στην εκτίμηση του Κυρίου
μας. Όταν ο Θωμάς, ο δύσκολος μαθητής, νικημένος από την εξωτερική φυσική του
αίσθηση, μπόρεσε να προσεγγίσει τον εγηγερμένο Διδάσκαλο, αυτός του δήλωσε:
«ότι εώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιω. 20,
29).
Για μας η θέαση της Αναστάσεως είναι θέαση
καρδιάς. Ο λόγος σ’ αυτήν έχει διπλωμένα τα φτερά του· είναι λίγος για την
υπέρλογη θεία ανάβαση. Μόνο οι ταπεινές και πυρπολούμενες από αγάπη καρδιές, τα
φτωχά πνεύματα του Θεού, μπορούν να χωρέσουν μέσα τους το άφθαρτο μυστήριο του
Θεού, τον νικημένο και ολόφωτο τάφο, να δουν τον Κύριο ως νυμφίον εκ του
μνημείου προερχόμενον, ν’ ανακραθούν με το άκτιστο φώς της αναστάσεως, να
νοιώσουν τις ηδύτητες της θείας βασιλείας, να έχουν την αίσθηση ότι νίκησαν το
θάνατο, και να πλημμυρίζουν από τη χαρά και την ελπίδα που χαρίζει στις άδολες
ψυχές η αναστάσιμη δόξα του Θεού.
«Προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον, Ιησούν τον μόνον
αναμάρτητον».
Μετά τη μυστική θέαση της αναστάσεως και αφού, η
ψυχή του γεμίσει από το άκτιστο φώς του Χριστού, το εκκλησίασμα, συνεπαρμένο
από τη χάρη του λυτρωτικού θαύματος, νοιώθει βαθειά την ανάγκη να














