Η έννοια του φύλου είναι σήμερα πολύπλοκη και έχει οριστεί με πολλούς
διαφορετικούς τρόπους από την ψυχολογία. Άλλοι την έχουν ορίσει ως προσωπικά
χαρακτηριστικά συνδεδεμένα με τη βιολογία και το σώμα ή ως το αποτέλεσμα μιας
διαπροσωπικής σχέσης ή ως ένα τύπο κοινωνικής οργάνωσης ή ως μια κοινωνική
ιδεολογία. Άλλοι ως αποτέλεσμα της γλώσσας που χρησιμοποιούμε για να
περιγράφουμε τα φύλα ή ως τη βάση κατανομής κοινωνικής εξουσίας ή ως αποτέλεσμα
μαθημένης συμπεριφοράς ( Αρσέλ, 2008: σελ. 26) Η εμπειρική ψυχολογική έρευνα
για το φύλο ξεκινά με τη μελέτη της διχοτομίας των χαρακτηριστικών της
προσωπικότητας. Από το 1890, οι ψυχολόγοι μετρούν τα διάφορα χαρακτηριστικά με
τεστ και κλίμακες και συγκρίνουν τα αποτελέσματα των μετρήσεων για τις γυναίκες
με αυτά για τους άνδρες. Το σύνολο αυτής της έρευνας, γνωστό ως «έρευνα για τη
βιολογική έμφυλη διαφορά», είναι τεράστιο. Οι ψυχολόγοι Maccoby & Jackson
(1974) στο έργο τους, «Η ψυχολογία των διαφορών του φύλου», μελέτησαν πάνω από
1400 δημοσιευμένες μελέτες σε σχέση με ένα σύνολο ανθρώπινων δραστηριοτήτων,
γνωστικών λειτουργιών, προσωπικών χαρακτηριστικών και κοινωνικών συμπεριφορών.
Τουλάχιστον ο ίδιος αριθμός νέων ερευνών έχει δημοσιευτεί από τότε μέχρι το
τέλος του 20ου αιώνα. Η έμφυλη διαφορά είναι ένα από τα θέματα που έχει
ερευνηθεί περισσότερο από κάθε άλλο στην ψυχολογία (Connell, 2006).
Συνοψίζοντας τα ευρήματα τους οι Maccoby & Jackson (1974) κατέληξαν σε έναν
κατάλογο «αβάσιμων πεποιθήσεων για τις έμφυλες διαφορές»[1]. Το ξεκίνημα αυτής της
έρευνας περιγράφεται στη μελέτη της Rosalind Rosenberg, Beyond Separate Spheres
(1982), σύμφωνα με την οποία η πρώτη γενιά ψυχολόγων ερευνητριών/τών βρήκε,
αντίθετα με την επικρατούσα βικτοριανή αντίληψη, ότι οι πνευματικές ικανότητες
των ανδρών και των γυναικών ήταν λίγο- πολύ ίδιες. Μετέπειτα προσπάθειες να
βρεθούν έμφυλες διαφορές σε αυτό το πεδίο δεν κατέληξαν πουθενά (Halpern &
Lamay, 2000). Mετά από εκατό χρόνια έρευνας πάνω στις έμφυλες διαφορές, το
αδιαφιλονίκητο συμπέρασμα είναι ότι οι άνδρες και οι γυναίκες δεν είναι καθόλου
διαφορετικοί σε μια μεγάλη ποικιλία χαρακτηριστικών που εξετάστηκαν από την ψυχολογία.
Το βασικό εύρημα είναι ότι οι γυναίκες και οι άνδρες είναι ψυχολογικά πολύ
όμοιοι, ως ομάδες (Connell, 2006). Οι ψυχολόγοι, σήμερα, διακρίνουν και
καταγράφουν τη διαφορά ανάμεσα στο βιολογικό φύλο [sex] και στο κοινωνικό φύλο [gender] ενός ανθρώπου (Turner, 1998). Tο
βιολογικό φύλο είναι ένα ορατό και συνήθως μόνιμο χαρακτηριστικό, το οποίο
αποκτά κανείς με τη γέννηση του και αναφέρεται στα αναπαραγωγικά όργανα και
στις λειτουργίες του άνδρα και της γυναίκας, δηλαδή στις ορμόνες και στα
φυσιολογικά χαρακτηριστικά που καθορίζονται με τη γέννηση (Doyle, 1985). Το κοινωνικό φύλο [gender] αναφέρεται σε κοινωνικά, πολιτισμικά και ψυχολογικά
χαρακτηριστικά, στερεότυπα[2] και ρόλους των φύλων, οι
οποίοι θεωρούνται τυπικοί και επιθυμητοί για αυτούς που η κοινωνία καθορίζει
πλέον ως «γυναίκες» ή «άνδρες» (Doyle, 1985). Η διάκριση αυτή είναι πολύ
σημαντική, καθώς συχνά υποθέτουμε, εσφαλμένα, ότι οι πολιτισμικές νόρμες του
ανδρισμού και της θηλυκότητας είναι φυσιολογικές, δηλαδή καθορίζονται άμεσα από
τη βιολογία (Turner, 1998). Ακολουθεί μια συνοπτική παρουσίαση των
σημαντικότερων ψυχολογικών προσεγγίσεων για την ανάπτυξη της ταυτότητας φύλου [gender identity][3].
Η Ψυχαναλυτική Θεωρία
Σύμφωνα με το Freud κάθε ένας από εμάς- από τη γέννηση του- είναι
πρωταρχικά αμφισεξουαλικός, εφόσον κληρονομεί σε διάφορες αναλογίες βιολογικά
χαρακτηριστικά και από τα δύο φύλα. Η φροϋδική θεωρία, αν και ερμηνεύει την
ταύτιση με το γονέα του ίδιου φύλου μέσα από διαφορετικές διαδικασίες για τα
κορίτσια και τα αγόρια, το αποτέλεσμα είναι η ταύτιση με τα χαρακτηριστικά του
ομόφυλου γονέα (Doyle, 1985) Η περίοδος των έξι πρώτων χρόνων είναι πολύ
σημαντική για την ψυχοσεξουαλική ισορροπία του παιδιού και ειδικότερα η
περίοδος μεταξύ τριών και έξι ετών οπότε και διανύεται το πιο κρίσιμο στάδιο
της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης [psychosexual stages][4]: το φαλλικό στάδιο
[phallic stage], στο οποίο προεξάρχει το ονομαζόμενο Οιδιπόδειο σύμπλεγμα
[Oedipal complex], κατά το οποίο το αγόρι, στην ηλικία αυτή, αναπτύσσει ερωτικά
συναισθήματα απέναντι στη μητέρα του και αντιμετωπίζει τον πατέρα του ως
αντίζηλο. Αυτό έχει ως συνέπεια να θεωρεί τον πατέρα
